Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΡΙΝΟΚΕΡΟΙ - 4 ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ

    1. Η μικρή πόλη όπου οι ρινόκεροι απέκτησαν Wi-Fi Στη μικρή πόλη όλα κυλούσαν ήσυχα. Οι άνθρωποι έπιναν τον καφέ τους, αντάλλασσαν απόψεις που έμοιαζαν με απόψεις, και διαφωνούσαν με τρόπο απολύτως προβλέψιμο. Ο Bérenger καθόταν στο ίδιο τραπεζάκι όπως πάντα, λίγο σκυφτός, λίγο αφηρημένος, πίνοντας πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε και σκεπτόμενος πιο πολύ απ’ όσο ήταν βολικό. Μια μέρα ακούστηκε ένας γνώριμος θόρυβος. Όχι πια ο βαρύς καλπασμός· αυτή τη φορά ήταν ένα ντινγκ . Ένα ειδοποιητήριο. Έπειτα άλλο ένα. Και άλλο. - «Παράξενο», είπε ο Jean. «Είναι απλώς μια νέα τάση». - «Η πρόοδος είναι ασταμάτητη», πρόσθεσε ο Dudard, χαμογελώντας με κατανόηση. - «Δεν υπάρχει κανένας ρινόκερος», δήλωσε ο Botard. «Πρόκειται για κατασκεύασμα. Μια υστερία των μέσων». Και τότε άρχισαν να αλλάζουν. Όχι απότομα, αυτό θα ήταν ανησυχητικό. Άλλαζαν σιγά, ευγενικά. Πρώτα η φωνή τους έγινε πιο σίγουρη. Ύστερα οι φράσεις τους πιο σύντομες. Έπειτα άρχισαν να επαναλαμβάνουν τα ίδια λόγια, με μ...

A Grief Observed (Παρατηρώντας το πένθος)

 

Το


A Grief Observed
(Παρατηρώντας το πένθος)
είναι μια συλλογή στοχασμών του C. S. Lewis σχετικά με την εμπειρία του πένθους μετά τον θάνατο της συζύγου του, Joy Davidman, το 1960, έπειτα από σύντομη αλλά σφοδρή ασθένεια. Πρόκειται για ένα από τα πιο γυμνά, ανυπεράσπιστα και φιλοσοφικά ειλικρινή κείμενά του. Δεν πρόκειται για θεολογικό δοκίμιο με τη στενή έννοια, αλλά για ένα ημερολόγιο πόνου, όπου ο στοχασμός γεννιέται άμεσα από την εμπειρία της απώλειας.  

 Το πένθος ως υπαρξιακό σοκ

Το πένθος παρουσιάζεται όχι ως «συναίσθημα» αλλά ως ολική ανατροπή της ύπαρξης. Ο Lewis επιμένει ότι το πένθος δεν είναι γραμμική διαδικασία, δεν «θεραπεύεται» με τον χρόνο, δεν υπακούει σε ψυχολογικά σχήματα ή στάδια. Η απώλεια βιώνεται ως κατάρρευση της πραγματικότητας: ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, αλλά έχει χάσει τη συνοχή και το νόημά του. Ο θάνατος δεν αφαιρεί μόνο το αγαπημένο πρόσωπο, αλλά αποδομεί τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί τον κόσμο.

Η εμπειρία της απουσίας: «η Joy δεν είναι εδώ»

Ένας από τους κεντρικούς στοχασμούς του βιβλίου αφορά την παρουσία της απουσίας. Ο Lewis περιγράφει τη σωματική συνήθεια του άλλου (φωνή, χειρονομίες, καθημερινές κινήσεις), και το σοκ όταν αυτές «αναμένονται» ενώ δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψουν. Η απουσία δεν είναι απλό κενό· είναι ενεργό, οδυνηρό γεγονός. Ο Lewis γράφει πως το πένθος μοιάζει με ακρωτηριασμό, συνεχή διάψευση της μνήμης, έναν πόνο που επανέρχεται απρόβλεπτα. Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρησή του ότι δεν πενθούμε μόνο αυτό που χάθηκε, αλλά και αυτό που ήμασταν μαζί με τον άλλον.

Η διάλυση των θρησκευτικών βεβαιοτήτων

Το πιο τολμηρό και ριζοσπαστικό στοιχείο του βιβλίου είναι η ειλικρινής αμφισβήτηση της πίστης. Ο Lewis, γνωστός χριστιανός απολογητής, καταγράφει χωρίς φίλτρο την αίσθηση ότι ο Θεός σιωπά, την εμπειρία της προσευχής ως «χτυπήματος σε κλειστή πόρτα», την υποψία ότι ο Θεός δεν είναι παρηγορητικός Πατέρας, αλλά αδιάφορη ή και σκληρή δύναμη. Χαρακτηριστική είναι η θέση του ότι ο Θεός δεν μοιάζει καθόλου με παρηγορητή, αλλά με κάποιον που έχει εγκαταλείψει το δωμάτιο την ώρα της ανάγκης. Ο Lewis φτάνει να αναρωτηθεί, αν η πίστη του ήταν απλώς συνήθεια ευτυχίας, αν ο Θεός ήταν πιστευτός μόνο όσο τα πράγματα πήγαιναν καλά. Αυτό δεν είναι απόρριψη της πίστης, αλλά ριζική απογύμνωσή της.

Η ψευδαίσθηση των «παρηγορητικών λόγων»

Ο Lewis είναι ιδιαίτερα αυστηρός απέναντι σε κλισέ παρηγοριάς, σε εύκολες θεολογικές απαντήσεις, σε ηθικολογικά σχήματα του τύπου «ήταν θέλημα Θεού». Θεωρεί ότι τέτοιες φράσεις δεν αγγίζουν τον πόνο, τον παραμορφώνουν, και συχνά τον ακυρώνουν. Άκρως προσφυής είναι η θέση του: ο πόνος δεν χρειάζεται εξήγηση, αλλά αναγνώριση. Το πένθος δεν είναι πρόβλημα προς επίλυση, αλλά κατάσταση προς βίωση.

Η μνήμη και ο κίνδυνος της «ειδωλοποίησης» του νεκρού

Ένας πιο λεπτός στοχασμός του βιβλίου αφορά τη μνήμη. Ο Lewis παρατηρεί ότι η Joy αρχίζει να μετατρέπεται σε «εικόνα», η ανάμνησή της κινδυνεύει να παγώσει, να γίνει πιο καθαρή αλλά λιγότερο αληθινή. Ο κίνδυνος είναι να αγαπά κανείς την ανάμνηση αντί για το πρόσωπο. Η μνήμη, συμπεραίνει, μπορεί να προδώσει τον νεκρό, αν τον μετατρέψει σε άγαλμα αντί για ζωντανή σχέση.

Το πένθος ως μεταμόρφωση, όχι ως επιστροφή

Σταδιακά, το βιβλίο δεν οδηγείται σε «θεραπεία», αλλά σε μεταβολή της σχέσης με τον πόνο. Ο Lewis καταλήγει ότι δεν επιστρέφουμε ποτέ στο «πριν», το πένθος δεν τελειώνει, αλλά αλλάζει μορφή. Η αγάπη προς τον νεκρό δεν ακυρώνεται, δεν ξεπερνιέται, αλλά ενσωματώνεται στην ύπαρξη με νέο τρόπο.

Το βιβλίο δεν καταλήγει σε εύκολη συμφιλίωση με τον Θεό. Καταλήγει εντέλει σε κάτι πιο δύσκολο: σε μια πίστη χωρίς εγγυήσεις, χωρίς ανταμοιβή, χωρίς συναισθηματική επιβεβαίωση, χωρίς εγγύηση νοήματος. Ο Lewis αποδέχεται ότι η πίστη δεν είναι ασφάλεια από τον πόνο, αλλά έκθεση σε αυτόν. Η αγάπη, τελικά, είναι επικίνδυνη, να αγαπάς σημαίνει να εκτεθείς στον πόνο.

Το A Grief Observed δεν προσφέρει παρηγοριά, δεν προτείνει λύσεις, δεν κηρύττει. Αντίθετα καταγράφει την αλήθεια του πόνου χωρίς φίλτρα, δείχνει ότι το πένθος μπορεί να συνυπάρχει με την πίστη χωρίς να τη δικαιώνει, και υπερασπίζεται την ειλικρίνεια ως ύψιστη πνευματική αρετή.

 Μια σύνοψη – Πένθος χωρίς χειρολαβές

Το πένθος δεν έρχεται σαν θύελλα· έρχεται σαν άδειο σπίτι. Τα έπιπλα είναι στη θέση τους, το φως πέφτει κανονικά στα παράθυρα, αλλά κάτι έχει αποσυρθεί για πάντα, αφήνοντας πίσω του μια παράξενη ηχώ. Δεν είναι σιωπή· είναι μια απουσία που μιλά. Κάθε αντικείμενο, κάθε συνήθεια, κάθε ώρα της ημέρας γνωρίζει ότι κάποιος λείπει. Και αυτή η γνώση βαραίνει περισσότερο από τον ίδιο τον θάνατο.

Ο Lewis δεν γράφει για το πένθος σαν ψυχολόγος ή θεολόγος. Γράφει σαν άνθρωπος που ξύπνησε ένα πρωί και ανακάλυψε ότι ο κόσμος συνέχισε χωρίς την άδεια του. Η απώλεια δεν είναι γεγονός· είναι αλλαγή φυσικών νόμων. Η βαρύτητα δεν λειτουργεί όπως πριν. Οι λέξεις δεν προσγειώνονται. Η προσευχή δεν βρίσκει παραλήπτη. Χτυπάς μια πόρτα που κάποτε άνοιγε και τώρα μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ.

Το πένθος απογυμνώνει τη σκέψη. Ό,τι είχε χτιστεί με έννοιες, με ελπίδες, με θεολογικές βεβαιότητες, γκρεμίζεται σαν πρόχειρο καταφύγιο. Ο Θεός, αν υπάρχει, δεν εμφανίζεται ως παρηγορητής. Στέκεται σιωπηλός, ίσως απών, ίσως απλώς αδιάφορος. Και τότε γεννιέται η πιο τρομακτική ερώτηση: μήπως πιστεύαμε όσο όλα πήγαιναν καλά; Μήπως η πίστη μας ήταν συμφωνία ασφάλειας και όχι πράξη εμπιστοσύνης;

Ο Lewis τολμά να μείνει μέσα σε αυτή την ερώτηση. Δεν την απαντά, δεν την στρογγυλεύει, δεν τη μετατρέπει σε διδασκαλία. Την αφήνει να αιμορραγεί. Γιατί το πένθος δεν αντέχει τα συμπεράσματα. Αντέχει μόνο την αλήθεια, ακόμη κι όταν αυτή δεν οδηγεί πουθενά.

Η απουσία του αγαπημένου προσώπου δεν είναι απλό κενό. Είναι παρουσία αλλοιωμένη. Κάθε στιγμή περιμένεις να επιστρέψει κάτι που ξέρεις ότι δεν θα επιστρέψει. Κάθε σκέψη προσκρούει πάνω σε ένα «όχι πια». Ο χρόνος δεν γιατρεύει. Ο χρόνος απλώς μαθαίνει να κουβαλά καλύτερα το βάρος.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη συντριβή, γεννιέται μια παράξενη καθαρότητα. Η αγάπη αποκαλύπτεται στην πιο επικίνδυνη μορφή της. Δεν είναι υπόσχεση ευτυχίας, αλλά αποδοχή τραύματος. Να αγαπάς σημαίνει να επιτρέπεις στον πόνο να σε βρει απροστάτευτο. Όχι αργότερα, όχι ίσως, αλλά σίγουρα.

Το πένθος δεν τελειώνει. Μεταμορφώνεται. Γίνεται τρόπος ύπαρξης. Ο νεκρός δεν ζει πια στον κόσμο, αλλά ούτε και φεύγει από εμάς. Ζει σε μια νέα, δύσκολη εγγύτητα: χωρίς φωνή, χωρίς σώμα, αλλά με μια αδιάκοπη επιρροή. Δεν τον θυμόμαστε· τον κουβαλάμε.

Το A Grief Observed δεν μας μαθαίνει πώς να αντέχουμε τον πόνο. Μας μαθαίνει κάτι πιο επικίνδυνο: πώς να μην τον προδώσουμε με εύκολες απαντήσεις. Μας υπενθυμίζει ότι η ειλικρίνεια, όταν όλα καταρρέουν, είναι μορφή πίστης πιο σκληρή και πιο γνήσια από κάθε βεβαιότητα.

Και ίσως αυτό να είναι το τελευταίο, άρρητο συμπέρασμα του βιβλίου: ότι το πένθος δεν μας κάνει σοφότερους, ούτε καλύτερους. Μας κάνει αληθινούς. Και αυτή η αλήθεια, όσο κι αν πονά, είναι το μόνο που δεν μας εγκαταλείπει.

Δημοφιλείς αναρτήσεις