Επιλεγμένα

ΡΙΝΟΚΕΡΟΙ - 4 ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ

 


 

1. Η μικρή πόλη όπου οι ρινόκεροι απέκτησαν Wi-Fi

Στη μικρή πόλη όλα κυλούσαν ήσυχα. Οι άνθρωποι έπιναν τον καφέ τους, αντάλλασσαν απόψεις που έμοιαζαν με απόψεις, και διαφωνούσαν με τρόπο απολύτως προβλέψιμο. Ο Bérenger καθόταν στο ίδιο τραπεζάκι όπως πάντα, λίγο σκυφτός, λίγο αφηρημένος, πίνοντας πιο πολύ απ’ όσο έπρεπε και σκεπτόμενος πιο πολύ απ’ όσο ήταν βολικό.

Μια μέρα ακούστηκε ένας γνώριμος θόρυβος. Όχι πια ο βαρύς καλπασμός· αυτή τη φορά ήταν ένα ντινγκ. Ένα ειδοποιητήριο. Έπειτα άλλο ένα. Και άλλο.

- «Παράξενο», είπε ο Jean. «Είναι απλώς μια νέα τάση».
- «Η πρόοδος είναι ασταμάτητη», πρόσθεσε ο Dudard, χαμογελώντας με κατανόηση.
- «Δεν υπάρχει κανένας ρινόκερος», δήλωσε ο Botard. «Πρόκειται για κατασκεύασμα. Μια υστερία των μέσων».

Και τότε άρχισαν να αλλάζουν.

Όχι απότομα, αυτό θα ήταν ανησυχητικό. Άλλαζαν σιγά, ευγενικά. Πρώτα η φωνή τους έγινε πιο σίγουρη. Ύστερα οι φράσεις τους πιο σύντομες. Έπειτα άρχισαν να επαναλαμβάνουν τα ίδια λόγια, με μικρές παραλλαγές, σαν να τα είχε γράψει κάποιος άλλος γι’ αυτούς.

- «Όλοι το λένε».
- «Έτσι λειτουργεί ο κόσμος».
- «Δεν γίνεται αλλιώς».

Τα δέρματά τους πήραν ένα αδιόρατο γυάλισμα, σαν οθόνη. Τα μάτια τους έπαψαν να κοιτούν, απλώς σάρωναν. Τα κέρατα δεν φύτρωσαν αμέσως, εμφανίστηκαν πρώτα ως εικονίδια.

Ο Jean ήταν ο πρώτος που καμάρωσε.
- «Επιτέλους, είμαι αποτελεσματικός», είπε, καθώς η φωνή του άρχισε να βουίζει. «Δεν χρειάζεται να σκέφτομαι, όλα είναι ξεκάθαρα».

Ο Dudard κούνησε το κεφάλι.
- «Δεν είναι κακό αυτό που συμβαίνει. Αν τους αφήσεις ήσυχους, σε αφήνουν κι αυτοί. Και, μεταξύ μας, είναι και πολύ πρακτικό».

Ο Botard, ήδη μισός ρινόκερος, φώναζε:
- «Σας το έλεγα! Δεν υπάρχουν ρινόκεροι! Μόνο άνθρωποι που εξελίσσονται!»

Ο Bérenger κοίταζε γύρω του. Η πόλη γέμισε με ρινόκερους που έμοιαζαν απολύτως βέβαιοι. Δεν ούρλιαζαν πια· έκαναν scroll. Δεν κατέστρεφαν, απλώς ισοπέδωναν. Δεν μισούσαν, βελτιστοποιούσαν.

- «Έλα κι εσύ», του είπαν. «Θα σου ταιριάζει. Θα έχεις λιγότερες αμφιβολίες».

Ο Bérenger κοίταξε τα χέρια του. Ήταν ακόμα αδέξια, ανθρώπινα, γεμάτα μικρές αντιφάσεις. Σκέφτηκε τη Daisy. Σκέφτηκε πόσο κουραστικό ήταν να μην είναι κανείς σίγουρος. Και πόσο επικίνδυνο να είναι.

- «Όχι», είπε. «Μου αρέσει που δεν ξέρω. Μου αρέσει που πονάει λίγο».

Οι ρινόκεροι τον κοίταξαν με λύπηση.
- «Αυτό είναι παρωχημένο».

Έμεινε μόνος.
Όχι γιατί ήταν ο πιο δυνατός.
Αλλά γιατί ήταν ο μόνος που δεν είχε αναβαθμιστεί.

Και κάπου, μέσα στο βουητό των βέβαιων φωνών, ακουγόταν ακόμα μια αδύναμη, ανθρώπινη σκέψη, άβολη, ασύμφορη, αλλά ζωντανή.

2. Η πόλη όπου οι ρινόκεροι είχαν πάντα δίκιο

Στην πόλη όλα ξεκίνησαν πολύ ήσυχα. Κανείς δεν είδε τον πρώτο ρινόκερο να έρχεται, απλώς τον άκουσαν να συμφωνεί.

Ο Jean ήταν ο πρώτος που χάρηκε.
- «Επιτέλους κάτι ξεκάθαρο», είπε. «Οι ρινόκεροι δεν αμφιβάλλουν. Προχωρούν ευθεία».

Ο Dudard χαμογέλασε συγκαταβατικά.
- «Πρέπει να κατανοήσουμε το φαινόμενο. Δεν μπορούμε να μείνουμε έξω από την Ιστορία».

Ο Botard χτύπησε το τραπέζι.
- «Ανοησίες! Δεν υπάρχουν ρινόκεροι. Είναι επινόηση, μια συλλογική υστερία».

Ο Bérenger κοιτούσε το ποτήρι του. Είχε την αίσθηση πως το έδαφος γινόταν λίγο πιο σκληρό απ’ ό,τι πριν.

Σιγά σιγά, οι ρινόκεροι πλήθαιναν. Δεν έτρεχαν. Δεν γκρέμιζαν. Επαναλάμβαναν.
Φράσεις απλές. Τόσο απλές που δεν χρειαζόταν σκέψη.

- «Όλοι έτσι λένε».
- «Είναι προφανές».
- «Δεν υπάρχει χρόνος για αμφιβολίες».

Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν όπως αυτοί. Όχι από φόβο αλλά από ανακούφιση.
Η σκέψη κουράζει. Η αμφιβολία ενοχλεί.

Ο Jean μεταμορφώθηκε πρώτος, με αξιοπρέπεια.
- «Η ηθική είναι ξεπερασμένη», δήλωσε, καθώς φύτρωνε το κέρατό του. «Η φύση έχει τους νόμους της».

Ο Dudard κρατούσε σημειώσεις.
- «Δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό», εξηγούσε. «Είναι σύνθετο. Κι έπειτα, οι ρινόκεροι είναι πια η πλειοψηφία».

Ο Botard, ήδη πράσινος και ογκώδης, φώναζε ακόμα:
- «Σας το λέω! Δεν υπάρχει τίποτα!»
Και λίγο αργότερα όρμησε στη βιβλιοθήκη, από πνεύμα κριτικής.

Ο Bérenger προσπάθησε να μιλήσει.
- «Κι ο άνθρωπος;» ρώτησε. «Τι γίνεται με τον άνθρωπο;»

Οι ρινόκεροι τον κοίταξαν με ήπια λύπηση.
- «Υπερβάλλεις».
- «Είσαι ρομαντικός».
- «Αρνείσαι να εξελιχθείς».

Η πόλη έγινε υποδειγματικά λειτουργική. Κανείς δεν διαφωνούσε, όλοι επαναλάμβαναν.
Κανείς δεν έκλαιγε, τα συναισθήματα δεν ήταν χρήσιμα. Κανείς δεν σκεφτόταν, οι ρινόκεροι το έκαναν καλύτερα.

Όταν ο Bérenger έμεινε μόνος, φοβήθηκε. Ύστερα ντράπηκε. Ύστερα σκέφτηκε πόσο πιο εύκολο θα ήταν να υποκύψει.

Φαντάστηκε το δέρμα του να σκληραίνει, τις λέξεις του να λιγοστεύουν, τις αμφιβολίες να σβήνουν. Φαντάστηκε την ησυχία της βεβαιότητας.

Και τότε σκέφτηκε τη Daisy. Τον δισταγμό της. Το βλέμμα της που ακόμα έψαχνε.

- «Δεν θα παραδοθώ», είπε. Όχι δυνατά. Ανθρώπινα.

Οι ρινόκεροι σταμάτησαν για μια στιγμή. Ύστερα γέλασαν.

- «Τι παλιομοδίτικο», είπαν.

Η πόλη συνέχισε να προοδεύει. Ο Bérenger έμεινε πίσω. Όχι σαν ήρωας, αλλά σαν κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: ένας άνθρωπος που ακόμα αμφέβαλλε.

3. Η πόλη όπου οι ρινόκεροι έκαναν και χιούμορ

Όταν εμφανίστηκε ο πρώτος ρινόκερος, δεν τον πήραν στα σοβαρά. Ήταν καλοχτενισμένος, ευγενικός και ζήτησε συγγνώμη που πέρασε από τη διάβαση χωρίς να κοιτάξει.

- «Α, ένας ρινόκερος», είπε ο Jean. «Συμβαίνει».
- «Σημάδι των καιρών», σχολίασε ο Dudard.
- «Δεν υπάρχει ρινόκερος», δήλωσε ο Botard. «Είναι υπερβολή».

Ο Bérenger ήπιε μια γουλιά.
- «Εμένα πάντως μου φάνηκε αρκετά… κερασφόρος».

Οι ρινόκεροι πλήθαιναν. Έκαναν χιούμορ. Έλεγαν ανέκδοτα για ανθρώπους.
- «Πόσα λεπτά χρειάζεται ένας άνθρωπος για να αλλάξει γνώμη; Όλη του τη ζωή!»
Γέλασαν πολύ. Οι άνθρωποι γέλασαν μαζί τους. Ήταν ευχάριστοι τύποι.

Ο Jean άρχισε να τους θαυμάζει.
- «Έχουν αυτοπεποίθηση», είπε. «Και καθαρή σκέψη. Ένα κέρατο - μία ιδέα».

Ο Dudard συμφωνούσε.
- «Πρέπει να τους ακούσουμε. Είναι μια φυσική εξέλιξη. Άλλωστε, δεν είναι όλοι ίδιοι οι ρινόκεροι».

Ο Botard φώναζε:
- «Σας το λέω! Είναι απλοί άνθρωποι με παχύ δέρμα!»
Και, για να αποδείξει τη θέση του, άρχισε να χτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο.

Σύντομα οι ρινόκεροι έκαναν επιτροπές.
Επιτροπή Κοινού Νου.
Επιτροπή Προφανούς.
Επιτροπή «Μην το Πολυσκέφτεσαι».

Ο Jean μεταμορφώθηκε με στυλ.
- «Αισθάνομαι πιο απλός», είπε. «Και αυτό με ανακουφίζει».

Ο Dudard μεταμορφώθηκε με επιχειρήματα.
- «Δεν είναι μεταμόρφωση», εξηγούσε. «Είναι προσαρμογή».

Ο Botard μεταμορφώθηκε φωνάζοντας ότι δεν μεταμορφώνεται.

Ο Bérenger έμεινε άνθρωπος.
- «Μήπως το παρακάνουμε;» τόλμησε να πει.

Οι ρινόκεροι τον κοίταξαν έκπληκτοι.
- «Μα γιατί να σκέφτεσαι τόσο;»
- «Χαλάς την ατμόσφαιρα».

Η Daisy πλησίασε τον Bérenger.
- «Είναι λίγο χαριτωμένοι», είπε διστακτικά. «Και τόσο σίγουροι…»

- «Ναι», απάντησε ο Bérenger. «Αλλά δεν ξέρουν να αμφιβάλλουν. Κι αυτό με τρομάζει».

Οι ρινόκεροι άρχισαν να τραγουδούν. Ένα απλό τραγούδι. Με ρεφρέν. Πολύ πιασάρικο.
Σύντομα το τραγουδούσε όλη η πόλη.

Ο Bérenger δεν θυμόταν τα λόγια.
Γι’ αυτό έμεινε σιωπηλός.

- «Τι αντικοινωνικός», είπαν οι ρινόκεροι γελώντας.

Η πόλη έγινε χαρούμενη, ομοιόμορφη, τέλεια συντονισμένη.
Ο Bérenger έμεινε μόνος, λίγο ζαλισμένος, λίγο γελαστός.

- «Ίσως να κάνω λάθος», σκέφτηκε.
- «Ίσως όχι».

Και μέσα σε μια πόλη γεμάτη ρινόκερους που γελούσαν με το ίδιο αστείο, το μόνο πραγματικά αστείο πράγμα που απέμεινε ήταν ένας άνθρωπος που δεν γελούσε στην ώρα του.

4. Η πόλη όπου οι ρινόκεροι γελούσαν πάντα τελευταίοι

Στην αρχή, οι ρινόκεροι ήταν διασκεδαστικοί. Έμπαιναν στα καφενεία, χαιρετούσαν ευγενικά, ζητούσαν καρέκλα που φυσικά δεν τους χωρούσε.

- «Δεν πειράζει», έλεγαν. «Θα σταθώ».

Ο Jean τους λάτρευε.
- «Έχουν απλότητα», έλεγε. «Ο κόσμος χρειάζεται λιγότερη σκέψη και περισσότερη αποφασιστικότητα».

Ο Dudard κουνούσε το κεφάλι.
- «Δεν πρέπει να είμαστε απόλυτοι. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να είναι κανείς ρινόκερος».

Ο Botard ούρλιαζε:
- «Δεν υπάρχουν ρινόκεροι!»
Και, από σύμπτωση, κάθε φορά που το έλεγε, κάτι γκρέμιζε πίσω του.

Ο Bérenger γελούσε μαζί τους. Όχι πολύ. Όσο πρέπει για να μη φαίνεται παράξενος.

Οι ρινόκεροι άρχισαν να οργανώνουν γιορτές.
Γιορτή του Κοινού Νου.
Γιορτή της Λογικής Χωρίς Περιττά.
Γιορτή της Μίας Άποψης.

Υπήρχαν καπέλα με κέρατα για τα παιδιά. Μπλουζάκια με συνθήματα.
Και ένα τραγούδι τόσο χαρούμενο που κανείς δεν πρόσεχε πως οι στίχοι επαναλαμβάνονταν.

Ο Jean μεταμορφώθηκε πρώτος.
- «Νιώθω ελεύθερος», είπε, χτυπώντας το έδαφος. «Δεν χρειάζεται πια να εξηγώ».

Ο Dudard μεταμορφώθηκε χαμογελώντας.
- «Δεν άλλαξα», εξηγούσε. «Απλώς συμφώνησα».

Ο Botard μεταμορφώθηκε τελευταίος, φωνάζοντας ότι πρόκειται για συνωμοσία.

Ο Bérenger έμεινε άνθρωπος.
- «Μήπως το αστείο κρατάει πολύ;» ρώτησε.

Οι ρινόκεροι γέλασαν.
- «Πάντα υπήρχαν ρινόκεροι».
- «Πάντα θα υπάρχουν».

Η Daisy προσπάθησε να γελάσει κι εκείνη.
- «Ίσως να μην είναι τόσο σοβαρό», είπε.
Αλλά το γέλιο της κόπηκε στη μέση.

Σιγά σιγά, οι γιορτές σταμάτησαν.
Το τραγούδι έμεινε, αλλά χωρίς μουσική.
Τα καπέλα έσφιγγαν.

Οι ρινόκεροι δεν έλεγαν πια αστεία. Δεν χρειαζόταν.

Ο Bérenger βρέθηκε μόνος σ’ έναν δρόμο που δεν θυμόταν πότε έγινε τόσο στενός.
Προσπάθησε να γελάσει. Δεν του βγήκε.

- «Χαλάς το κλίμα», του είπαν.

Τότε κατάλαβε: το παιχνίδι δεν τελείωσε, απλώς έπαψε να είναι παιχνίδι. Και μέσα στη σιωπή της πόλης, το γέλιο των ρινόκερων ακουγόταν ακόμη, όχι δυνατό, αλλά σίγουρο.

 ΚΑΙ ΜΙΑ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ

ΣΚΗΝΗ

(Μια πλατεία. Ένα καφενείο. Τρία τραπέζια. Λίγες καρέκλες. Ένας ήχος, μακρινός. Σαν βήμα. Ή σαν γέλιο.)

Πρόσωπα

Bérenger
Jean
Dudard
Botard
Daisy
(Ρινόκεροι - δεν φαίνονται πάντα)

1η πράξη

Jean (καθισμένος ίσια)
Κανονικό πρωινό.

Dudard (κοιτά γύρω)
Πολύ κανονικό.

Botard
Ύποπτα κανονικό.

Bérenger (αργά)
Ίσως υπερβολικά κανονικό.

(ΠΑΥΣΗ. Ακούγεται ένα βήμα.)

Jean
Τι ήταν αυτό;

Dudard
Τίποτα.

Botard
Σας το λέω: τίποτα.

Bérenger
Ακούστηκε σαν… βάρος.

(ΠΑΥΣΗ. Το ίδιο βήμα, λίγο πιο κοντά.)

2η πράξη

Jean
Ένας ρινόκερος.

Botard
Δεν υπάρχουν ρινόκεροι.

Dudard
Ίσως όχι ακριβώς ρινόκερος.

Bérenger
Ήταν αρκετά… ρινόκερος.

(Γέλιο εκτός σκηνής.)

Jean
Γελάνε κιόλας.

Dudard
Έχουν χιούμορ.

Botard
Είναι προβοκάτσια.

3η πράξη - επανάληψη

(Ο ήχος επαναλαμβάνεται. Πιο ρυθμικά.)

Jean
Έρχονται περισσότεροι.

Dudard
Είναι φυσικό.

Botard
Δεν έρχεται κανείς!

Bérenger
Είναι πολλοί.

(ΠΑΥΣΗ.)

Όλοι εκτός από τον Bérenger (μαζί, χωρίς ένταση):
Δεν είναι τίποτα.

(ΠΑΥΣΗ. Ο ήχος δυναμώνει.)

4η πράξη - μετατόπιση

Jean (σηκώνεται απότομα)
Ξέρετε…
τους καταλαβαίνω.

Botard
Εγώ όχι!

Jean
Ένα κέρατο. Μία ιδέα.

(Χτυπά το πόδι. Ήχος.)

Dudard (σημειώνει)
Δεν είναι αλλαγή. Είναι απλοποίηση.

Bérenger
Και μετά;

(ΠΑΥΣΗ.)

Jean
Μετά είναι πιο ήσυχα.

(Ο Jean απομακρύνεται. Ο ήχος του γίνεται βαρύτερος.)

5η πράξη - Daisy

(Η Daisy μπαίνει. Φορά ένα καπέλο με μικρό κέρατο.)

Daisy
Μου το έδωσαν στη γιορτή.

Bérenger
Ποια γιορτή;

Daisy
Του Κοινού Νου.

(ΠΑΥΣΗ.)

Dudard
Ήταν επιτυχημένη.

Botard
Δεν πήγα!

(Ήχος σύγκρουσης. Ο Botard σκοντάφτει.)

6η πράξη - χορός

(Οι ρινόκεροι δεν φαίνονται. Ακούγονται.)

Φωνές (ρυθμικά):
Όλοι μαζί.
Όλοι μαζί.
Όλοι μαζί.

(Οι χαρακτήρες, ένας ένας, επαναλαμβάνουν χαμηλόφωνα.)

Jean (εκτός σκηνής):
Όλοι μαζί.

Dudard:
Όλοι μαζί.

Botard:
Δεν είμαι μαζί σας!

(ΠΑΥΣΗ.)

Botard (χαμηλότερα):
Όλοι μαζί.

7η πράξη - το γλίστρημα

(Μόνο ο Bérenger μένει στο φως.)

Bérenger
Δεν γελάμε πια.

(ΠΑΥΣΗ.)

Φωνές:
Δεν χρειάζεται.

Bérenger
Πότε τελείωσε το αστείο;

(ΠΑΥΣΗ μεγαλύτερη.)

Daisy (από μακριά):
Ήταν αστείο;

8. Τελική πράξη

(Οι ήχοι σταματούν. Απόλυτη ησυχία.)

Bérenger (ψιθυριστά)
Δεν θα γίνω ρινόκερος.

(ΠΑΥΣΗ.)

Φωνές (ήρεμα, σχεδόν τρυφερά):
Κρίμα.

(Σκοτάδι. Ένας τελευταίος ήχος: ένα βήμα. Ή ένα γέλιο.)  

Δημοφιλείς αναρτήσεις