Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

From Steam to the Horizon

  From Steam to the Horizon Body, Memory, and the Future Tense of Narrative in Antonis Nikolis’s Novella Daniel Goes to the Sea Introduction: Memory, Narrative, and Return The ship drops anchor at daybreak, and Michalis, after an absence of almost thirty years, looks from the deck toward the island of his adolescence. The contours of the landscape elude him, the town seems more densely built, the slopes of Mount Dikaios are more guessed at than seen, while a few fixed landmarks—the battlements of the Knights’ castle, the breakwater of the old harbour—persist as certainties in a place that has shifted with time. This first image already contains, in miniature, the entire novella. The man who returns will search for a place and for a self preserved within him with the same uncertain clarity, and the characteristic phrase “I could more readily guess at them than see them” soon exceeds the description of a dawn arrival to foreshadow a narrative in which sight continually encoun...

Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣ

 


https://www.periou.gr/dimitris-bosnakis-i-chara-tis-agkalias/

  • Post category:Ολίγα τινά / ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ / Πρωτοσέλιδο
  •  

    Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΓΚΑΛΙΑΣ

                                                           Αφιερωμένο στη Γεωργία Π.

    Έρχεται συχνά αθόρυβα, όπως το απογευματινό φως μέσα από το ανοικτό παράθυρο, και απλώνεται με την αλήθεια της εγγύτητας, την θαλπωρή της παρουσίας, γεμίζοντας για λίγο τον  χώρο μέσα μας, με μια λεπτή βεβαιότητα πως ο κόσμος μπορεί να είναι πιο υποφερτός, πιο ήμερος.

     O χρόνος σε μια αγκαλιά, από την απόσταση που προηγήθηκε και από τη γαλήνη που τώρα κατασταλάζει, αποκτά μια ιδιαίτερη πυκνότητα: μεταβάλλεται σε ένα αδιόρατο χωνευτήρι που ρουφά όλη την προσμονή, τη συγκίνηση της συνάντησης, την ανακούφιση της επαφής. Η στιγμή κουβαλά παρελθόν και μέλλον, μνήμη και υπόσχεση, το παρόν παύει να είναι μια αδιάφορη διαδοχή δευτερολέπτων,  μέσα σε λίγες ανάσες, ο χρόνος μοιάζει να βρήκε τον φυσικό του ρυθμό και αναπαύεται ατάραχος μέσα στην πληρότητά του.

    Τα χέρια ανοίγουν με μια κίνηση που μοιάζει αρχαιότερη από τη σκέψη, ο κορμός γέρνει προς την οικεία παρουσία με μια φυσικότητα που θυμίζει επιστροφή, η αναπνοή μαλακώνει, οι ώμοι χαλαρώνουν, η καρδιά κτυπά με τόνο πιο ήσυχο και πιο βαθύ, ολόκληρο το σώμα, μέσα σε αυτή τη γαλήνια ένταση, φανερώνει τη δική του σοφία, γίνεται συγχρόνως τόπος υποδοχής και προσφοράς, μια γλώσσα απλή και ακριβής, που μεταφέρει όσα οι λέξεις συχνά αφήνουν θαμπά, ημιτελή, άνοστα. Μέσα στην αγκαλιά, η ύπαρξη επιτέλους αισθάνεται τον εαυτό της ως παρουσία που συναντά παρουσία.

    Γύρω από την αγκαλιά αλλάζει κι ο χώρος, μετατοπίζεται, μεταστοιχειώνεται, το δωμάτιο, ο δρόμος, η αποβάθρα, το κατώφλι, αποκτούν άλλο κέντρο, το σημείο της συνάντησης ΕΊΝΑΙ ο πυρήνας του νοήματος, η διάχυση του κόσμου συστέλλεται γύρω του, σχηματίζεται ένα σύμπαν οικειότητας, οι θόρυβοι χαμηλώνουν μέσα στη συνείδηση, οι μορφές τριγύρω ξεθωριάζουν μαλακά. Στον πυρήνα του βιώματος πάλι, αυτό που έχει  σημασία είναι η εγγύτητα ο χώρος, κατοικημένος από αμοιβαία παρουσία, ξεντύνεται αργά τον έξω κόσμο, μένει ολοκληρωτικά εσωτερικός.

    Στο κέντρο αυτής της εμπειρίας είναι πάντοτε ο Άλλος. Η παρουσία του είναι αισθητή από τη θερμοκρασία του σώματος, με τρόπο άμεσο και ανεπιτήδευτο, είναι μια αθόρυβη βεβαιότητα. Η σχέση, από το βάρος της εγγύτητας, ανασύρει μια μορφή αλήθειας. Ο οικείος, πολύτιμος άλλος εμφανίζεται ως εκείνος που χαρίζει την ίδια τη στιγμή φως και βάθος. Όταν  στο δέρμα της ζωής η τρυφερότητα έχει στεγνώσει, έρχεται η χαρά της αγκαλιάς να την υγράνει.   

    Ακόμη κι όταν οι σελίδες της λογοτεχνίας σιωπούν γύρω από τη χειρονομία, υπάρχει κάτι, από τη λεπτή εσωτερικότητα του Ρίλκε, στην αίσθηση πως η ανθρώπινη παρουσία μπορεί να γίνει καταφύγιο για μια ψυχή, από τη σιωπηλή ανθρώπινη ευγένεια του Τσέχοφ, εκεί όπου μια απλή χειρονομία κρατά μέσα της περισσότερη αλήθεια από έναν μακρύ λόγο, από τη διάφανη λιακάδα του Ελύτη, σε μια αγκαλιά που φέρνει ξανά τον κόσμο στην παρθενική αγνότητά του. Και από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη περνά συχνά εκείνη η ζεστή συνάφεια των σωμάτων και των ψυχών, μια εγγύτητα σχεδόν ταπεινή, γεμάτη ευλάβεια προς το ανθρώπινο μέτρο.

    Η χαρά μιας αγκαλιάς φέρει και μια μνήμη αρχέγονη,  υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος ανήκει σε έναν κόσμο σχέσεων, όπου η παρουσία του άλλου αφήνει αποτύπωμα, κι όταν μάλιστα προκύπτει από αληθινή τρυφερότητα, χαρίζει στην εμπειρία μια μορφή συμφιλίωσης με τον κόσμο. Μέσα σε αυτή την απλή και λαμπρή κίνηση, η ζωή προσφέρει σε πύκνωση μία από τις διαυγέστερες μορφές νοήματος.

     

    Δημοφιλείς αναρτήσεις