Επιλεγμένα

Το Γέλιο των Απορριφθέντων

 

                                               

Το Γέλιο των Απορριφθέντων

 Οι εκδότες και οι κριτικοί διαθέτουν ένα σπάνιο ιστορικό χάρισμα, στέκονται συχνά μπροστά σε ένα αριστούργημα και, με αξιοθαύμαστη συνέπεια, το εκλαμβάνουν ως σκουπίδι. Η ιστορία της ανάγνωσης, του εκδοτικού φιλτραρίσματος και της υψηλής λογοτεχνικής κρίσης μοιάζει με τελετουργία αλχημείας, πλήθη επιμελητών, με τον ζήλο ιεροεξεταστή και την αυτάρκεια μικροαστικού λογιστηρίου, μετατρέπουν τον χρυσό σε μόλυβδο με επιμέλεια που θα ταίριαζε περισσότερο σε επιτροπή αξιολόγησης ευπώλητης δαντέλας. Η λογοτεχνία απλώνει το σώμα της πάνω στο τραπέζι των επιμελητών σαν ιερό ζώο που ευνουχίζεται με χειρουργική ευλάβεια, το βλέμμα του εκδότη γλιστρά μέσα από σελίδες που γονυπετούν, στην καλύτερη περίπτωση, μπροστά στη λογική της πώλησης, και τα μεγάλα έργα περιμένουν στη σειρά όπως οι μελλοθάνατοι την αυγή.

Ο Giuseppe Tomasi di Lampedusa, που κουβαλά τη σήψη μιας ολόκληρης αριστοκρατίας μέσα σε προτάσεις που μυρίζουν υγρασία παλατιού και χώμα νεκροταφείου, ο πρίγκιπας της ήττας προτού γίνει κλασικός της φθοράς, είδε την αβυσσαλέα ευαισθησία της γραφής του να συναντά το ψυχρό νεύμα της κανονικότητας. Ο Γατόπαρδος απορρίφθηκε και εκδόθηκε μόνο μετά θάνατον, καθώς η αγορά προτιμούσε μυθιστορήματα όπου οι άνθρωποι κερδίζουν κάτι από τη ζωή, φράση που παραμένει ίσως το ακριβότερο σύνθημα της αστικής σύγχυσης.

Ο Marcel Proust, με τις σελίδες του να αλλοιώνονται αργά σαν ψίχα μπριός σε γαλλικό πρωινό, απορρίφθηκε για βραδύτητα, επειδή αφιέρωνε υπερβολικές σελίδες στο γύρισμα ενός σώματος στο κρεβάτι. Απολύτως λογικό, η μνήμη, κατά τους επικριτές του, όφειλε ήδη να κινείται με την ταχύτητα ανελκυστήρα εμπορικού κέντρου.

Ο Vladimir Nabokov, όταν κουβάλησε το λογοτεχνικό του μικρό θηρίο - ένα τέρας με πρόσωπο αγγέλου διαστροφής - και το πρόσφερε με την ηρεμία εντομολόγου, εισέπραξε βλέμματα φρίκης, σαν να είχε μεταφέρει μολυσμένο πτώμα σε αίθουσα συνεδριάσεων εκδοτικού οίκου.

Ο William Golding, προτού γίνει σύμβολο της ανθρώπινης αγριότητας, υπήρξε απλώς κάποιος που έγραψε για παιδιά σ’ ένα νησί· υπερβολικά ψυχολογικό για εκδότες που προτιμούσαν ναυτικά ημερολόγια ή ιστορίες με σωτήριες καταιγίδες. Άκουσε μάλιστα ότι το Lord of the Flies ήταν «rubbish and dull», μια κρίση που σήμερα ακούγεται σαν επιτάφιος της ίδιας της κριτικής.

Και ο George Orwell, ενώ ετοίμαζε την πιο διαυγή πολιτική παραβολή του αιώνα, βρέθηκε μπροστά σε ανθρώπους που τρόμαξαν επειδή τα γουρούνια δεν θεωρούνταν εμπορεύσιμα.

Ο Franz Kafka έστελνε το στήθος του στο ταχυδρομείο των ονείρων, η Emily Brontë ανέπνεε μέσα στην καταιγίδα των δικών της πνευμάτων, ο James Joyce έχτιζε ωκεανούς λέξεων και επιτροπές υπαλλήλων χάρασσαν γνωματεύσεις για το βάθος τους. Ο Samuel Beckett ψιθύριζε μέσα στην απόγνωση του νοήματος, ενώ ένας κόσμος από πίνακες αξιολόγησης μαγείρευε ευπώλητα για ανθρώπους που φοβούνται τη συνείδηση· τον διέσωσε ευτυχώς το Nόμπελ από τη διοικητική αφάνεια. Ο Herman Melville έσερνε τη φάλαινά του μέσα σε θάλασσες αδιαφορίας, προσφέροντας φάλαινα στην αιωνιότητα κι ακούγοντας σε αντάλλαγμα ότι είναι άγονος. Ο F. Scott Fitzgerald στέγνωνε μέσα στο κάτοπτρο των αμερικανικών ονείρων, ενώ τα πλήθη διασκέδαζαν με φράσεις προσεκτικά κομμένες για εύκολη κατανάλωση. Ο Louis-Ferdinand Céline έφτυνε πάνω στη γλώσσα όλη τη χολή της ύπαρξης, με εκείνη τη μουσική του υπονόμου που κάνει τους αξιοπρεπείς να ανατριχιάζουν επειδή αναγνωρίζουν μέσα της το δικό τους πρόσωπο. Και τέλος, η Emily Dickinson άφηνε χαρτάκια κάτω από το παράθυρό της, ενώ οι κριτικοί διόρθωναν στατιστικά την αναπνοή της. Ο χρόνος χάραζε ονόματα και τα έσβηνε με την ίδια κίνηση κουρασμένου γραφέα.

Οι επιμελητές υπηρετούν ένα βασίλειο χωρίς οξυγόνο. Κρατούν σημειώσεις με το ύφος νεκροτόμου, διορθώνουν τη στίξη της ιδιοφυΐας, καταγράφουν παρατηρήσεις με χέρια που τρέμουν από ανία· ο αέρας γεμίζει από τη βουβή αναπνοή εκατό χρόνων αισθητικής υπεροψίας. Οι εκδότες, αυτοί οι μεσάζοντες της αιωνιότητας, κάθονται πίσω από τα γραφεία τους με τη σιγουριά επαρχιώτη μαικήνα που έχει διαβάσει δύο περιλήψεις και τρία οπισθόφυλλα. Κοιτάζουν το χειρόγραφο που θα μπορούσε να αλλάξει τη λογοτεχνία και διακρίνουν μονάχα μια ενόχληση στο πρόγραμμα του τυπογραφείου, μια διαταραχή στη ρουτίνα της ταμειακής, ένα ακόμη «rubbish and dull» που πρέπει να επιστραφεί συστημένο στον αποστολέα, συνοδευόμενο από την ατσαλάκωτη ευγένεια του διοικητικού τίποτα. Οι εκδότες, με το κοστούμι της αθανασίας φορεμένο σαν υπηρεσιακή στολή λήθης, κοιτάζουν τα εκτυπωτικά δελτία όπως ο θάνατος τους ζωντανούς, και τα χαμόγελά τους αφήνουν μια γυαλιστερή σκόνη πάνω στην ψυχή της γλώσσας. Οι κριτικοί, αυτοί οι αθάνατοι λογιστές της τέχνης, κρατούν σημειώσεις με την προσήλωση μοναχών, ενώ γύρω τους οι αιώνες αλλάζουν γούστα και οι ανθολογίες μετατρέπονται σε μουσειακές ταμπέλες. Επιμένουν ωστόσο να στήνουν τους αριθμημένους κανόνες τους σαν βατήρες εξαγνισμού, ο χρόνος τούς αφήνει να υπογράφουν αποφάσεις, ενώ τα βιβλία που έσφαξαν φυτρώνουν πάνω στους τάφους τους σαν ανελέητα λουλούδια γραμμένα με υπόγειο μελάνι.

Όλο αυτό το πανηγύρι απώλειας και τύφλωσης συντηρείται από την ψευδαίσθηση ότι κάποιος γνωρίζει. Η δογματική τους ευθιξία εκδίδει απορρίψεις όπως άλλοι υπογράφουν επιταγές, με χειρονομία ρουτίνας και μια λοξή ανακούφιση πως η μεγαλοφυΐα υπήρξε κάπου αλλού.

Το κοινό, εν τω μεταξύ, παρακολουθεί αυτό το θέατρο σαν να συμμετέχει σε σεμινάριο μεταφυσικής στατιστικής. Γεμίζει τα ράφια με εποχικά best sellers που κάποτε απείλησαν να αντικαταστήσουν τη σκέψη με την πρακτικότητα βιβλίου μαγειρικής. Θα θυμάται το The Da Vinci Code ή την Elena Ferrante με την ίδια στοργή που θυμάται κινητά με κεραία, ενώ η αθανασία του Marcel Proust θα φαντάζει πάντοτε λιγότερο αναπαυτική, επειδή δεν συνοδεύεται από κουπόνια αναγνωστικού κλαμπ. Ωστόσο η ιστορία γράφει αλλού τα πρακτικά της, στα υπόγεια του χρόνου. Οι αληθινές σελίδες επιπλέουν ανάμεσα σε σκονισμένα ράφια και οι τίτλοι που αγνοήθηκαν μετατρέπονται αργά σε πρόσωπα που μας κατασκοπεύουν μέσα από την αμνησία μας.

Η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από νεκρούς συγγραφείς που εκδικούνται μεταθανάτια ανθρώπους με κασκόλ, επιτροπές βραβείων και εκδοτικά συμβούλια. Έπειτα όλοι εκείνοι πέθαναν μέσα στη γελοία αφάνεια των βεβαιοτήτων τους, ενώ τα βιβλία που απέρριψαν συνέχισαν να κυκλοφορούν σαν φαντάσματα πάνω από τους τάφους τους.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη κωμωδία της τέχνης, σχεδόν κάθε μεγάλο έργο περνά πρώτα από τα χέρια ανθρώπων ανίκανων να το αναγνωρίσουν. Η μετριότητα διαθέτει πάντοτε την αυτοπεποίθηση επιτροπής. Ο χρόνος όμως χαμογελά σαν άγριος υπηρέτης, και στα υπόγεια της μνήμης οι λέξεις των απορριφθέντων σιγοκαίνε τα χαρτοκιβώτια όπου φυλάχτηκαν. Ο Franz Kafka χαράζει ακόμη ένα γράμμα στο σκοτάδι, ο Marcel Proust στρώνει τα στρώματα της λήθης, ο Samuel Beckett καθαρίζει τα κόκαλα του νοήματος με βουβό γέλιο, ο Vladimir Nabokov κοιτάζει τη νύμφη της οδύνης του μέσα από το γυάλινο κουτί της λογοτεχνικής αιδημοσύνης. Στέκουν όλοι σαν νεκροί άγγελοι πίσω από τις βιτρίνες των εκδοτικών, αμίλητοι και αναμμένοι· ο χρόνος τούς δικαιώνει τόσο αργά, ώστε η δικαίωση μοιάζει με τιμωρία.

Η λογοτεχνία γεννιέται πάντοτε μέσα σε αυτή τη νεκρική έκσταση, εκεί όπου ο κόσμος της αγοράς ψιθυρίζει προσευχές κερδοφορίας, εκεί όπου η σκέψη καλύπτεται με σκόνη ανθρωπόμορφης επιείκειας, εκεί όπου κάθε τόμος που εκδίδεται αστράφτει σαν νόμισμα πεταμένο σε χαράδρα και κάθε τόμος που απορρίπτεται λάμπει σαν καθρέφτης στραμμένος προς το μέλλον. Στο τελευταίο τραπέζι του χρόνου η μεγαλοφυΐα στέκεται ακίνητη, κοιτά τα ονόματα των μονίμως σωστών και χαμογελά. Η επιμέλεια τρέμει στα χέρια των Αγίων της Μετριότητας, οι σελίδες που σώθηκαν καίγονται ξανά μέσα στο φως του αιώνιου ζώου που ονομάζουμε λογοτεχνία, κι εκεί η φωνή του Louis-Ferdinand Céline αντηχεί σαν σάλιο στην ψυχή της Ιστορίας, υγρή, σιδερένια, αμετανόητη, μια γλώσσα αφτιασίδωτη που καταβροχθίζει τους επιμελητές της.

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις