Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ένα γέλιο, ένα φως, ένα βιβλίο Τρεις ποιητικές του θανάτου: από τη ρεαλιστική αποδόμηση στη μυστικιστική φώτιση και την ήσυχη ολοκλήρωση

      Ένα γέλιο, ένα φως, ένα βιβλίο  Τρεις ποιητικές του θανάτου: από τη ρεαλιστική αποδόμηση στη μυστικιστική φώτιση και την ήσυχη ολοκλήρωση ΠΕΡΙ ΟΥ: 8 Αυγούστου 2026 -  Post category:  Γραφή & Ανάγνωση / ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ     https://www.periou.gr/dimitris-bosnakis-ena-gelio-ena-fos-ena-vivlio-treis-poiitikes-tou-thanatou-apo-ti-realistiki-apodomisi-sti-mystikistiki-fotisi-kai-tin-isychi-oloklirosi/  Τρεις άνθρωποι πεθαίνουν μέσα σε τρία δωμάτια της μεγάλης πεζογραφίας. Μια γυναίκα ακούει από τον δρόμο το τραγούδι ενός τυφλού και γελά σαν να αναγνώρισε, στην τελευταία λάμψη της συνείδησης, το αποκρουστικό είδωλο των επιθυμιών της. Ένας δικαστής, ύστερα από τρεις ημέρες κραυγής, παρασύρεται στο βάθος ενός μαύρου σακιού και συναντά εκεί φως. Ένας επαρχιακός καθηγητής κρατά στα χέρια το μοναδικό του βιβλίο, νιώθει τις σελίδες να πάλλονται κάτω από τα δάχτυλά του και το αφήνει να γλιστρήσει πάνω στο ακίνητο σώμα του, ώσ...

ΛΙΛΑ ΜΑΡΑΓΚΟΥ

 


 
Δεν ήταν εύκολο να τη συναντήσεις· και σίγουρα δεν ήταν εύκολο να την αγαπήσεις. Η Λίλα Μαραγκού δεν ζητούσε αγάπη, ζητούσε κατανόηση. Μπήκε στις αίθουσες με αέρα ευρωπαϊκό, γερμανικό σχεδόν, όταν τα πανεπιστήμια ακόμα μύριζαν επαρχία και φόβο.
Καλοντυμένη, κάπως αρρενωπή, με κοσμήματα που έμοιαζαν να έχουν ταξιδέψει, εκρηκτική, απρόβλεπτη, θυμωμένη πριν ακόμα θυμώσει. Δεν ήξερες πότε θα ξεσπάσει· μόνο ότι θα το κάνει.
Ο έπαινός της πονούσε περισσότερο από την επίθεση. Το «μπράβο» της έσκαγε σαν χαστούκι, όχι ως επιβεβαίωση, αλλά ως απαίτηση. Μας έμαθε να μασάμε τις λέξεις πριν τις πούμε, να μη βγαίνουν πρόχειρες, άδειες, σαν πορδές.
Μας έμαθε τον Καρούζο, και πώς η γλυπτική της αρχαιότητας μιλά με λεπτές χειρονομίες.
Μας έμαθε και την Αμοργό της: το πατατάτο στην Αγία Παρασκευή, σαν μνήμη της Αθηνάς Ιτωνίας, τα βιολιά και τον μπάλο του Δεκαπενταύγουστου στη Χώρα.
Κόρη θυρωρού στο Κολωνάκι, με διατριβή στο Τύμπιγκεν, νεαρή καθηγήτρια αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Γυναίκα σε δρόμο ανδρικό, αναγκασμένη να μιμηθεί, να συγκρουστεί, να θυμώσει. Διεκδικούσε αναγνώριση και την παρέα των ισχυρών και συχνά, την τελευταία στιγμή, έχυνε μόνη της το γάλα από την καρδάρα κι έκλεινε την πόρτα.
Την πρώτη φορά που τη συνάντησα έξω από το γραφείο της μου είπε: «Χρυσό μου, δεν έχω χρόνο ούτε να συλλάβω». Και όμως, με άφησε να περάσω. Δεν τη συμπάθησα εκείνη την ημέρα. Αλλά την ξεχώρισα.
Η κατάρα της - «διάολος θηλυκός που γεννοβολάει κορίτσια» -ήταν ίσως η πιο ειλικρινής της εξομολόγηση.
Σήμερα δεν την αποχαιρετώ με τρυφερότητα. Την αποχαιρετώ με σεβασμό κι έναν εσωτερικό λυγμό. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν χαρίζονται στη μνήμη, μένουν μέσα μας ως δυσκολία, ως μέτρο, ως πρόκληση να σταθούμε όρθιοι. Sit tibi terra levis!