Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Ένα γέλιο, ένα φως, ένα βιβλίο Τρεις ποιητικές του θανάτου: από τη ρεαλιστική αποδόμηση στη μυστικιστική φώτιση και την ήσυχη ολοκλήρωση

      Ένα γέλιο, ένα φως, ένα βιβλίο  Τρεις ποιητικές του θανάτου: από τη ρεαλιστική αποδόμηση στη μυστικιστική φώτιση και την ήσυχη ολοκλήρωση ΠΕΡΙ ΟΥ: 8 Αυγούστου 2026 -  Post category:  Γραφή & Ανάγνωση / ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ     https://www.periou.gr/dimitris-bosnakis-ena-gelio-ena-fos-ena-vivlio-treis-poiitikes-tou-thanatou-apo-ti-realistiki-apodomisi-sti-mystikistiki-fotisi-kai-tin-isychi-oloklirosi/  Τρεις άνθρωποι πεθαίνουν μέσα σε τρία δωμάτια της μεγάλης πεζογραφίας. Μια γυναίκα ακούει από τον δρόμο το τραγούδι ενός τυφλού και γελά σαν να αναγνώρισε, στην τελευταία λάμψη της συνείδησης, το αποκρουστικό είδωλο των επιθυμιών της. Ένας δικαστής, ύστερα από τρεις ημέρες κραυγής, παρασύρεται στο βάθος ενός μαύρου σακιού και συναντά εκεί φως. Ένας επαρχιακός καθηγητής κρατά στα χέρια το μοναδικό του βιβλίο, νιώθει τις σελίδες να πάλλονται κάτω από τα δάχτυλά του και το αφήνει να γλιστρήσει πάνω στο ακίνητο σώμα του, ώσ...

Μία ώρα

 

 Area of Kefalos - village in Kos Island, Greece | Kos4all.com

Μία ώρα
Επιστρέφουμε από την Κέφαλο προς την Κω, το φεγγάρι μόλις αχνοφαίνεται επάνω από τον κόλπο, αδύναμο ακόμη, σαν κάτι που περιμένει τη σειρά του να φανερωθεί, κι όσο το αυτοκίνητο προχωρεί εκείνο υψώνεται, καθαρίζει, γίνεται πιο λαμπρό, παίρνει τη θέση του στον ουρανό...
πότε να είναι άραγε η πανσέληνος, πρέπει να το κοιτάξω, κάθε φορά λέω πως θα το κοιτάξω και κάθε φορά η πανσέληνος έρχεται χωρίς να με έχει προειδοποιήσει κανείς…
έχει γράψει ποτέ κανείς μια εργασία για το φεγγάρι στην ποίηση του Ρίτσου, κυρίως στην Τέταρτη Διάσταση, πόσα φεγγάρια περνούν από εκεί μέσα, πόσες γυναίκες στέκονται κάτω από το φως τους, πόσοι νεκροί επιστρέφουν μέσα από μια αντανάκλαση στο τζάμι, πόσα δωμάτια ανοίγουν ξαφνικά προς μια αυλή ή μια ταράτσα ή έναν κήπο γεμάτο αγάλματα και παλιές φωνές, θα άξιζε μια ολόκληρη εργασία, το φεγγάρι ως σκηνικό, ως μνήμη, ως σώμα, ως σιωπηλός συνομιλητής, η Αυτού Εκλαμπρότης το Φεγγάρι... καλός τίτλος, ίσως κάπως επιτηδευμένος, ίσως τίτλος για διάλεξη, και τότε θυμώνω, τι αθλιότητα, πόσο σπάνια μνημονεύεται πια ο Ρίτσος στο εθνικό μας κέντρο που τελευταία ξεθάβει κάθε στιχοπλόκο που η λήθη είχε ήδη τοποθετήσει με ακρίβεια στη θέση του, αφιερώματα, αναγνώσεις, άνθρωποι που διαβάζουν με στόμφο στίχους φτιαγμένους από χαρτόνι, κι ο Ρίτσος κάπου μακριά, ίσως επειδή είναι πολύ μεγάλος για να χωρέσει στο πρόγραμμά τους, ίσως επειδή το έργο του απαιτεί εκείνη την αφοσίωση που καμία δημόσια σχέση δεν μπορεί να υποκαταστήσει, ίσως επειδή...

χάνομαι για λίγο, η σκέψη κόβεται ή συνεχίζεται κάπου όπου εγώ έχω πάψει να την παρακολουθώ και ξαφνικά ακούω τον εαυτό μου να σιγοτραγουδά amara terra mia, amara e bella, ο Domenico Modugno, η φωνή του απλώνεται μέσα στο αυτοκίνητο ...

και η Κως μού φαίνεται φέτος πιο όμορφη από κάθε άλλη φορά, τόσο όμορφη σαν να μην είναι πραγματική, σαν να την κοιτάζω μέσα από το παράθυρο ενός τρένου, σαν να είμαι απλώς επισκέπτης στο ίδιο μου το νησί, σαν να έχω έρθει από πολύ μακριά και να πρόκειται να φύγω πάλι αύριο ...

τι όμορφη που είναι φέτος η Κως, σαν να μην είναι πραγματική, σαν να μην είμαι φέτος εδώ... για μια στιγμή βρίσκομαι ακόμη στο τρένο από τη Μασσαλία προς τη Νίκαια, κοιτάζω αφηρημένος το τοπίο της Προβηγκίας, το νερό εμφανίζεται και χάνεται πίσω από σπίτια, βράχια, δέντρα, το πρόσωπό μου αντανακλάται στο τζάμι επάνω από τη θάλασσα, ύστερα είμαι στο λεωφορείο στη Μαγνησία, στον δρόμο προς τον Βόλο, περιμένω τη στροφή, εκείνη τη συγκεκριμένη στροφή όπου η πόλη θα φανεί να λάμπει στον Παγασητικό κουβαλώντας στην πλάτη της το Πήλιο, πάντοτε περιμένω αυτή τη στροφή, τη γνωρίζω κι όμως την περιμένω σαν να πρόκειται να εμφανιστεί κάτι που δεν έχω ξαναδεί ...

και πάλι η Κως, τι όμορφη που είναι φέτος η Κως, σαν να μην είναι πραγματική, σαν να μην είμαι εδώ, είμαι στο τρένο για την Αντίμπ και στο λεωφορείο προς τον Βόλο και μέσα στο αυτοκίνητο ανάμεσα στην Κέφαλο και την Κω, το φεγγάρι ανεβαίνει, τα φώτα του δρόμου περνούν επάνω από το παρμπρίζ, για μια στιγμή το φωτίζουν και ύστερα χάνονται πίσω μας...

και τότε εισβάλλει η Rosa Balistreri με εκείνη την οξεία φωνή που μυρίζει χώμα, πέτρα, ιδρώτα και ξερό χορτάρι της Σικελίας, και θυμάμαι κάτι που είχα διαβάσει κάποτε, ούτε πού ούτε ποιος το είχε γράψει θυμάμαι πια, μια παρατήρηση για τη διαφορά ανάμεσα στη μουσική της Δύσης και στη μουσική της Ανατολής, πως στη Δύση η μουσική μοιάζει με τουβλάκια που στήνονται το ένα δίπλα ή επάνω στο άλλο, αναγνωρίσιμα υλικά σε ποικίλους συνδυασμούς, μπορείς σχεδόν να διακρίνεις την κατασκευή, να παρακολουθήσεις τον τρόπο με τον οποίο υψώνεται, ενώ στην Ανατολή μοιάζει με ένα κορδόνι πλεγμένο από χρωματιστές κλωστές, τόσο στενά δεμένες μεταξύ τους ώστε κάθε φορά ξεχνάς τον τρόπο της πλέξης, ακούς μονάχα το τελικό χρώμα και ο τρόπος με τον οποίο γεννήθηκε μένει αξεδιάλυτο μυστήριο... τουβλάκια και κλωστές, κατασκευή και πλέξη, ποιος να το είχε γράψει, μπορεί να το θυμάμαι λάθος, μπορεί τα τουβλάκια να ήταν πέτρες, το κορδόνι ίσως ήταν ύφασμα ή χαλί, μπορεί να έχω φτιάξει μόνος μου τη μισή παρατήρηση και τώρα να τη θυμάμαι σαν κάτι που διάβασα, πάντως η φωνή της Balistreri βρίσκεται κάπου ανάμεσα, στην άκρη της Ευρώπης και στην αρχή μιας άλλης θάλασσας, σαν κλωστή που πέρασε από αραβικά λιμάνια, βυζαντινούς θρήνους, χωράφια, αυλές, λιτανείες και μοιρολόγια και έφτασε στη Σικελία κρατώντας μέσα της όλα τα χρώματα χωρίς να φανερώνει από ποιο νήμα προήλθε το καθένα, η φωνή της έχει μέσα της χώμα...
πώς μπορεί μια φωνή να μυρίζει χώμα, κι όμως μυρίζει, και για λίγο βρίσκομαι στις Συρακούσες, έπειτα στην Κατάνια, ύστερα στο Παλέρμο, στην Porta Felice, ναι, στην Porta Felice, και πόσο πεθύμησα μια πάστα αλά νόρμα, ακόμη λιγουρεύομαι τις μελιτζάνες της Σικελίας, τη γεύση τους, τη γλυκύτητα που κρατούσαν μέσα στο λάδι, αν και στην Αρλ εκείνα τα courgettes δίπλα στον μαύρο μπακαλιάρο είχαν θαυμάσια γεύση, παράξενο πόσο καθαρά θυμάται κανείς ένα συνοδευτικό, το πιάτο, και πόσο εύκολα ξεχνά το πρόσωπο που καθόταν δύο τραπέζια πιο πέρα... courgettes, κολοκυθάκια, γιατί στα γαλλικά ακούγονται σαν κάτι διαφορετικό, ίσως επειδή η γεύση ανήκει και στον τόπο όπου τη δοκίμασες, ίσως τρώμε πάντοτε και λίγο από τον τόπο ...

και η Κως φέτος συνεχίζει τη Νότια Γαλλία, αυτό σκέφτομαι, μια λεπτή γραμμή ξεκινά από την Κυανή Ακτή, περνά από την Προβηγκία, διασχίζει τη Μεσόγειο και φτάνει ως εδώ, ίδιο φως, ίδιοι χαμηλοί λόφοι, η ίδια αίσθηση ότι το τοπίο έχει ήδη υπάρξει μέσα σε μια ζωγραφική που έχω δει και ξεχάσει...

τι όμορφη που είναι φέτος η Κως, μια ευθεία από τη Νότια Γαλλία ως εδώ, και το φεγγάρι πιο ψηλά τώρα, η Αυτού Εκλαμπρότης το Φεγγάρι, ναι, θα μπορούσε να είναι ο τίτλος...

σιγά όμως τις θάλασσες στην Κυανή Ακτή, σκέτος βόθρος, έλα μωρή Γαλλία να δεις τι ωραίες θάλασσες έχουμε στην Κρήτη...

... Κρήτη, να θυμηθώ να τηλεφωνήσω στα παιδιά, έφτασαν καλά, θα έχουν φτάσει, πρέπει να τηλεφωνήσω, τώρα ή σε λίγο, μόλις φτάσουμε, να μην το ξεχάσω,

... και ο κρύος καφές στη Γαλλία, τι πράγμα ήταν εκείνο, ο φραπές τους ένα χάλι, και στην Ιταλία τα ίδια, άνθρωποι που έδωσαν στον κόσμο τον εσπρέσο και μόλις βάλουν πάγο μέσα στον καφέ χάνουν κάθε πολιτισμό, έλα μωρή Ιταλία να δεις τι ωραίο κρύο καφέ έχουμε στη Λάρισα, γελάω με το αστείο μας, γελάω μέσα μου χαλαρά, χωρίς να ακούγεται τίποτε, έλα μωρή Γαλλία, έλα μωρή Ιταλία, να δείτε καφέ στη Λάρισα, και κοιτάζω πάλι έξω...

τι όμορφη που είναι φέτος η Κως, σαν να συνεχίζεται η Νότια Γαλλία από την Κυανή Ακτή μέχρι εδώ, μια γραμμή με το ίδιο τοπίο ή με το ίδιο φως, ίσως το φως κάνει τους τόπους να μοιάζουν, ίσως η μνήμη, το φεγγάρι έχει πια ανέβει αρκετά και το νερό από κάτω φαίνεται σκοτεινό, σχεδόν ακίνητο, παρόλο που ξέρω πως κινείται...

και ξαφνικά έρχεται επάνω στα κύματα το El meu avi, τι χαρά είναι αυτή, σιγοτραγουδώ, τα λόγια έρχονται μισά, η μελωδία ολόκληρη, μια χρονιά πρέπει να το ζήσουμε, το πρώτο Σάββατο του Ιουλίου, να πάμε στην Calella de Palafrugell, να βρεθούμε μέσα στα βαρκάκια, κάτω από τα μπαλκόνια, να χορτάσουμε χαβανέρες, κιθάρες και φωνές μέσα στη νύχτα, να ακούμε από τη θάλασσα, να τραγουδούν από την ακτή, να μη διακρίνεται πια πού τελειώνει το τραγούδι και πού αρχίζει το νερό, μα τι ωραία τραγούδια, τι παράξενη νοσταλγία για έναν τόπο όπου ακόμη δεν έχω ζήσει εκείνη τη συγκεκριμένη νύχτα, νοσταλγία για κάτι που βρίσκεται στο μέλλον... γίνεται να νοσταλγεί κανείς το μέλλον, προφανώς γίνεται, ίσως όλη η επιθυμία να είναι μια μορφή μνήμης για κάτι που δεν συνέβη ακόμη, και το τραγούδι συνεχίζεται, η Calella, τα βαρκάκια, τα μπαλκόνια, η Κως, ο Βόλος, η Porta Felice, η Αντίμπ, η Αρλ, οι Συρακούσες, η Κρήτη, τα παιδιά, ο Ρίτσος, το φεγγάρι, όλα βρίσκονται εδώ, μέσα στο αυτοκίνητο, και τίποτε δεν βρίσκεται ακριβώς εδώ... κουδούνισμα στο κινητό, η οθόνη ανάβει, ο τάδε σχολίασε... για μια στιγμή η Κως, η Σικελία, η Προβηγκία, ο Ρίτσος, ο Παγασητικός, η Καταλονία και το φεγγάρι υποχωρούν πίσω από τη μικρή φωτεινή οθόνη, διαβάζω μόνο τις πρώτες λέξεις και το αφήνω, τα φώτα έχουν πυκνώσει, μπήκαμε στην πόλη, οι δρόμοι στενεύουν, τα αυτοκίνητα σταματούν μπροστά μας, άνθρωποι περπατούν στα πεζοδρόμια, κάποιος διασχίζει βιαστικά τον δρόμο, η μουσική παίζει ακόμη, χαμηλότερα τώρα, ή ίσως απλώς έχω πάψει να την ακούω, στρίβουμε, σταματάμε... μια μικρή σιωπή μετά το σβήσιμο της μηχανής, το φεγγάρι μένει έξω, όλα τα άλλα κάπου μέσα.

Φτάσαμε. Άσε, λέω, θα βγάλω εγώ τα πράγματα από το πορτμπαγκάζ.

Δημοφιλείς αναρτήσεις