Επιλεγμένα

Ένα γέλιο, ένα φως, ένα βιβλίο Τρεις ποιητικές του θανάτου: από τη ρεαλιστική αποδόμηση στη μυστικιστική φώτιση και την ήσυχη ολοκλήρωση

 

  

 Ένα γέλιο, ένα φως, ένα βιβλίο 

Τρεις ποιητικές του θανάτου: από τη ρεαλιστική αποδόμηση στη μυστικιστική φώτιση και την ήσυχη ολοκλήρωση

ΠΕΡΙ ΟΥ: 8 Αυγούστου 2026 - Post category: Γραφή & Ανάγνωση/ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ
 
 https://www.periou.gr/dimitris-bosnakis-ena-gelio-ena-fos-ena-vivlio-treis-poiitikes-tou-thanatou-apo-ti-realistiki-apodomisi-sti-mystikistiki-fotisi-kai-tin-isychi-oloklirosi/ 

Τρεις άνθρωποι πεθαίνουν μέσα σε τρία δωμάτια της μεγάλης πεζογραφίας. Μια γυναίκα ακούει από τον δρόμο το τραγούδι ενός τυφλού και γελά σαν να αναγνώρισε, στην τελευταία λάμψη της συνείδησης, το αποκρουστικό είδωλο των επιθυμιών της. Ένας δικαστής, ύστερα από τρεις ημέρες κραυγής, παρασύρεται στο βάθος ενός μαύρου σακιού και συναντά εκεί φως. Ένας επαρχιακός καθηγητής κρατά στα χέρια το μοναδικό του βιβλίο, νιώθει τις σελίδες να πάλλονται κάτω από τα δάχτυλά του και το αφήνει να γλιστρήσει πάνω στο ακίνητο σώμα του, ώσπου να πέσει μέσα στη σιωπή του δωματίου. Η Έμμα Μποβαρύ, ο Ιβάν Ιλίτς και ο Ουίλιαμ Στόουνερ φτάνουν στο ίδιο σύνορο από τρεις διαφορετικούς δρόμους. Εκεί η ζωή παύει να εξηγείται και αποκτά την τελική της εικόνα. Ένα γέλιο, ένα φως, ένα βιβλίο.

Η μεγάλη λογοτεχνία γνωρίζει πως ο θάνατος περιέχει μια τρομερή δύναμη ανακεφαλαίωσης. Όσα απλώθηκαν μέσα σε χρόνια, όσα χάθηκαν ανάμεσα σε καθημερινές πράξεις, όσα κρύφτηκαν κάτω από συνήθειες, αυταπάτες, κοινωνικούς ρόλους και μικρές παραχωρήσεις, συγκεντρώνονται ξαφνικά σε μια χειρονομία, σε έναν ήχο, σε μια αχτίδα επάνω στη σελίδα. Το βιολογικό τέλος μεταβάλλεται τότε σε ύστατο ύφος του προσώπου. Η Έμμα πεθαίνει μέσα στη γλώσσα της επιθυμίας. Ο Ιβάν Ιλίτς μέσα στη γλώσσα της κοινωνικής ευπρέπειας που καταρρέει. Ο Στόουνερ μέσα στη γλώσσα των βιβλίων που έδωσαν στη ζωή του μορφή και διάρκεια. Κάθε τέλος διαβάζει αναδρομικά ολόκληρο τον βίο.


Η αποδόμηση της ρομαντικής ψευδαίσθησης στη Μαντάμ Μποβαρύ

Στο δωμάτιο της Έμμας ο θάνατος αρχίζει σαν τελετή. Ο ιερέας βουτά τον αντίχειρα στο λάδι και χρίει διαδοχικά τα αισθητήρια όργανα και τα μέλη του σώματος. Πρώτα τα μάτια που πόθησαν τις γήινες λαμπρότητες. Έπειτα τα ρουθούνια που λαχτάρησαν τις χλιαρές αύρες και τα ερωτικά αρώματα. Κατόπιν το στόμα που άνοιξε για το ψέμα, την υπερηφάνεια και τη λαγνεία. Ύστερα τα χέρια που χάρηκαν τα απαλά αγγίγματα και τέλος τα πέλματα που έτρεξαν προς την εκπλήρωση των επιθυμιών. Το ευχέλαιο αποκτά έτσι τη μορφή μιας αμείλικτης ανάγνωσης του σώματος. Κάθε άγγιγμα του ιερέα ανοίγει ένα κεφάλαιο της ζωής της. Κάθε σταγόνα λαδιού φωτίζει μια πείνα. Το σώμα που σβήνει αφηγείται ακόμη όσα πόθησε.

Λίγο νωρίτερα η Έμμα έχει τεντώσει τον λαιμό σαν άνθρωπος που διψά και έχει αποθέσει πάνω στο σώμα του Θεανθρώπου το μεγαλύτερο φιλί αγάπης της ζωής της. Ολόκληρο το δράμα της συμπυκνώνεται σε αυτή την εικόνα. Η θρησκευτική έκσταση και η ερωτική πείνα, ο ουρανός και η σάρκα, το μυστήριο και η αισθηματική υπερβολή ενώνονται για μια στιγμή. Η Έμμα αναζήτησε σε όλη τη ζωή της την απόλυτη θερμοκρασία του αισθήματος, εκείνη την ένταση που θα απάλλασσε την ύπαρξη από τη χλιαρότητα και θα την ύψωνε στη σφαίρα των μεγάλων παθών. Στο χείλος του θανάτου η ίδια δίψα επιστρέφει. Ο Εσταυρωμένος εισέρχεται κι αυτός στο θέατρο της επιθυμίας της.

Τότε ο κόσμος απαντά από τον δρόμο. Ακούγονται τα βαριά παπούτσια, το σύρσιμο ενός ραβδιού και μια βραχνή φωνή που τραγουδά για τη ζέστη μιας όμορφης ημέρας και για ένα κορίτσι που ονειρεύεται τον έρωτα. Ο Τυφλός φτάνει στην ύστατη σκηνή σαν αγγελιαφόρος από το σκοτεινό υπόγειο του μυθιστορήματος. Μέσα στο δωμάτιο υψώνονται οι λατινικές προσευχές. Έξω ακούγεται το χυδαίο τραγούδι του σώματος. Το μυστήριο επιχειρεί να καθαγιάσει την αγωνία και ο δρόμος επιστρέφει την Έμμα στη σάρκα, στην ευτέλεια, στη γήινη ακαθαρσία που κάθε της όνειρο είχε μεταμορφώσει σε ποίηση.

Η Έμμα ανασηκώνεται «σαν γαλβανισμένο πτώμα». Τα μαλλιά της είναι λυμένα, το βλέμμα παγωμένο, το στόμα ορθάνοιχτο. Αναγνωρίζει τον Τυφλό και γελά. Το γέλιο της είναι φρικτό, φρενιασμένο, απελπισμένο. Μέσα σε αυτόν τον ήχο συντρίβονται οι αποστάσεις ανάμεσα στο υψηλό και στο γελοίο, στο όνειρο και στο σώμα, στην ερωτική μυθολογία και στην παραμορφωμένη της αντανάκλαση. Ο Τυφλός γίνεται ο έσχατος καθρέφτης της, ένας καθρέφτης δίχως λάμψη, που επιστρέφει την επιθυμία ως πληγή, τη γοητεία ως παραμόρφωση, τον έρωτα ως άσεμνο τραγούδι. Εκείνη γελά σαν να βλέπει ολόκληρη τη ζωή της από την άλλη πλευρά, ελεύθερη πλέον από τις λέξεις που τη στόλισαν. Η ύστατη αυτογνωσία της έχει τη μορφή τρόμου.

Μια σύσπαση τη ρίχνει στο στρώμα. Όλοι πλησιάζουν. «Elle n’existait plus» (Δεν υπήρχε πια). Η φράση πέφτει κοφτή, σχεδόν απάνθρωπα καθαρή. Ο Φλωμπέρ περνά αμέσως από το δράμα στην ύλη. Το πρόσωπο γίνεται κίτρινο σαν κερί, τα μάτια ανοίγουν μόνα τους, το σώμα σχηματίζει γωνία, το στόμα μένει μισάνοιχτο σαν να συνεχίζει έναν αδιάκοπο ρόγχο. Η γυναίκα που θέλησε να ζήσει ως ηρωίδα ενός μεγάλου μυθιστορήματος παραδίδεται στην ακινησία ενός μακριού αγάλματος. Το γέλιο υπήρξε ο τελευταίος σπασμός της φαντασίας. Έπειτα μένει το σώμα, βαρύ, δύσκαμπτο, ξένο, και γύρω του ο κόσμος συνεχίζει, αυτάρεσκος μέσα στην ανθεκτική του μετριότητα.


 

Η μυστικιστική μεταμόρφωση στον Θάνατο του Ιβάν Ιλίτς

Από το γέλιο της Έμμας περνάμε στην κραυγή του Ιβάν Ιλίτς. Η δική του ζωή υπήρξε μια αλληλουχία ορθών κινήσεων, υπηρεσιακών επιτυχιών, κατάλληλων γνωριμιών, επίπλων, επισκέψεων και επιλογών σύμφωνων με το comme il faut. Έζησε μέσα στο βλέμμα των άλλων, σε μια τάξη όπου η ευπρέπεια είχε τη θέση της αλήθειας και η κοινωνική επιτυχία προσέφερε την ψευδαίσθηση μιας ασφαλούς ύπαρξης. Η ασθένεια εισβάλλει σε αυτόν τον εύτακτο κόσμο και αρχίζει να τον συρρικνώνει. Χάνονται η υπηρεσία, τα χαρτιά, οι συναναστροφές, το μπριτζ. Ο χώρος περιορίζεται στο σπίτι, ύστερα στο δωμάτιο, στο κρεβάτι, στο σώμα. Ο χρόνος συμπυκνώνεται σε εβδομάδες, ημέρες, ώρες, ώσπου ολόκληρη η ύπαρξη γίνεται μια παρατεταμένη στιγμή οδύνης.

Η αγωνία του κρατά τρεις ημέρες και παίρνει τη μορφή μιας κραυγής. Ο Ιβάν Ιλίτς παλεύει μέσα σε μια μαύρη σακούλα όπου τον σπρώχνει μια αόρατη και ακατανίκητη δύναμη. Το πιο ισχυρό εμπόδιο βρίσκεται μέσα του. Είναι η πεποίθηση πως η ζωή του υπήρξε καλή, σωστή, άξια δικαίωσης. Αυτή η πίστη τον κρατά στην είσοδο της μαύρης τρύπας και μετατρέπει την αγωνία σε πνευματικό δικαστήριο. Ο πόνος του σώματος γίνεται η εξωτερική μορφή μιας βαθύτερης αντίστασης. Για να πεθάνει χρειάζεται πρώτα να αποχωριστεί τον άνθρωπο που κατασκεύασε για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κόσμου.

Στον πυθμένα ενός σακιού υπάρχει φως. Η εικόνα φέρει τη δύναμη μιας γέννησης που συμβαίνει μέσα στον θάνατο. Ο Ιβάν Ιλίτς, ο οποίος νόμιζε πως κινείται προς τα πίσω, αντιλαμβάνεται ξαφνικά την αληθινή κατεύθυνση. Η ζωή του πήρε άλλον δρόμο από εκείνον που θα άξιζε, όμως η τελευταία στιγμή μένει ακόμη ανοιχτή σε μια πράξη αλήθειας. Τότε το χέρι του πέφτει πάνω στο κεφάλι του γιου. Το παιδί το πιάνει, το πιέζει στα χείλη του και κλαίει. Αυτή η ελάχιστη σωματική επαφή, απλούστερη από κάθε κοινωνική τελετουργία που γνώρισε, ανοίγει μέσα του τη συμπόνια. Κοιτά τον γιο του και τον λυπάται. Κοιτά τη γυναίκα του και λυπάται κι εκείνη. Για πρώτη φορά ο πόνος των άλλων αποκτά μεγαλύτερο βάρος από τον δικό του φόβο.

Όσα τον καταπίεζαν πέφτουν από πάνω του από όλες τις πλευρές. Ο πόνος παραμένει στο σώμα και χάνει την εξουσία του. Ο παλιός φόβος αναζητείται και έχει ήδη εξαφανιστεί. «Στη θέση του θανάτου υπήρχε φως». Η φράση του Τολστόι αναστρέφει τη φορά της αγωνίας. Ο θάνατος παύει να είναι εκείνο που έρχεται και γίνεται εκείνο που έχει ήδη τελειώσει. Οι παρόντες βλέπουν ακόμη δύο ώρες σπασμών, ρόγχου και εξάντλησης. Ο Ιβάν Ιλίτς βιώνει μία στιγμή αμετάβλητου νοήματος. Όταν κάποιος λέει «Τελείωσε», εκείνος ακούει τη βαθύτερη αλήθεια. Ο θάνατος τελείωσε. Τώρα αρχίζει η ελευθερία από τον φόβο.

Η Έμμα συνάντησε στο τέλος το παραμορφωμένο είδωλο της επιθυμίας της. Ο Ιβάν Ιλίτς συναντά την αλήθεια πέρα από το είδωλο που είχε πλάσει για τον εαυτό του. Το γέλιο της γεννιέται από μια αναγνώριση που διαλύει. Το φως του γεννιέται από μια αναγνώριση που ελευθερώνει. Ο Φλωμπέρ οδηγεί τη φαντασίωση ως την υλικότητα του πτώματος. Ο Τολστόι οδηγεί το κοινωνικό προσωπείο ως τη συμπόνια. Και οι δύο αφαιρούν. Στην Έμμα αφαιρούνται τα πέπλα της αισθηματοποίησης. Στον Ιβάν Ιλίτς πέφτει η πανοπλία της ευπρέπειας. Κάτω από τα πρώτα μένει η άκαμπτη ύλη. Κάτω από τη δεύτερη αναδύεται η δυνατότητα της αγάπης.


 

Η ήσυχη ολοκλήρωση στον Στόουνερ

Ο Στόουνερ φτάνει στο τέλος χαμηλόφωνα, σαν να υπακούει ακόμη στον ρυθμό μιας ζωής που πέρασε μακριά από τις μεγάλες χειρονομίες. Ο πόνος έρχεται ξαφνικά, ύστερα υποχωρεί με τα χάπια, επιστρέφει και αναμειγνύεται με φωνές που ακούγονται σαν να αιωρούνται έξω από το σώμα του. Η συνείδησή του περιδιαβαίνει τη ζωή του με την αγριότητα ενός πληγωμένου ζώου. Βλέπει τον εαυτό του όπως θα μπορούσε να φαίνεται σε έναν ξένο και αντικρίζει μια σειρά από απώλειες. Επιθύμησε τη φιλία και οι φίλοι του χάθηκαν. Επιθύμησε τη συζυγική ενότητα και η ζωντανή της σύνδεση έσβησε. Γνώρισε την αγάπη με την Κάθριν και την άφησε να φύγει μέσα στο χάος των δυνατοτήτων. Θέλησε να γίνει δάσκαλος και αμφέβαλε για την αξία της διδασκαλίας του. Ονειρεύτηκε ακεραιότητα και συνάντησε συμβιβασμούς, μικρότητες, περισπασμούς. Αναζήτησε τη σοφία και βρήκε στο τέλος την άγνοια.

Τότε αναδύεται η ερώτηση. «What did you expect?»(Τι περίμενες;)Στην αρχή ακούγεται αυστηρή, σχεδόν ειρωνική, σαν η ζωή να του ζητά λογαριασμό για τις υπερβολικές της προσδοκίες. Σταδιακά αλλάζει θερμοκρασία. Γίνεται ηπιότερη, βαθύτερη, σχεδόν στοργική. Τι περίμενες από τη φιλία, από τον έρωτα, από τον γάμο, από τη διδασκαλία, από τη σοφία, από τον εαυτό σου. Ποια ανθρώπινη ζωή θα μπορούσε να ανταποκριθεί ακέραιη στην ιδέα που έπλασε για εκείνη η επιθυμία. Ο Στόουνερ αρχίζει να αισθάνεται πως η αποτυχία και η εκπλήρωση κατοικούν συχνά στο ίδιο γεγονός. Αγάπησε και έχασε. Δίδαξε και αμφέβαλε. Υπηρέτησε τη λογοτεχνία και έμεινε σχεδόν άγνωστος. Έζησε μια ζωή που ο κόσμος μπορούσε εύκολα να προσπεράσει, ενώ μέσα στην αφάνειά της ωρίμαζε μια επίμονη μορφή πίστης.

Το φως του απογεύματος περνά από το παράθυρο. Ο Στόουνερ βλέπει τον ουρανό, το μεγάλο δέντρο στην αυλή, τη βαθιά σκιά του, την πυκνότητα του καλοκαιρινού αέρα. Μια ομάδα φοιτητών διασχίζει το γρασίδι. Τρία νεαρά ζευγάρια περπατούν ανάλαφρα, σχεδόν δίχως να αγγίζουν τη γη, και το γέλιο τους φτάνει ως εκείνον μακρινό, αμέριμνο, γεμάτο από μια ζωή που συνεχίζεται έξω από το δωμάτιό του. Η ερώτηση επιστρέφει. Τι περίμενες. Και μαζί της έρχεται μια παράξενη χαρά, σαν να την έφερε το καλοκαιρινό αεράκι. Η σκέψη της αποτυχίας μικραίνει. Φαντάζει ανάξια μπροστά σε ό,τι υπήρξε πραγματικά η ζωή του.

Τότε στρέφει το κεφάλι προς το κομοδίνο. Τα βιβλία βρίσκονται στοιβαγμένα εκεί, ανέγγιχτα για καιρό. Τα λεπτά του δάχτυλα αγγίζουν τις ράχες και αναζητούν το δικό του βιβλίο, με το ξεθωριασμένο κόκκινο εξώφυλλο. Η αξία του, η λήθη που το σκέπασε, η χρησιμότητά του μέσα στον κόσμο έχουν πια ελάχιστη σημασία. Ο Στόουνερ γνωρίζει πως ο εαυτός του χωρά μόνο κατά ένα μικρό μέρος μέσα σε εκείνες τις σελίδες. Αυτό το μικρό μέρος, ωστόσο, υπήρξε και θα παραμείνει εκεί. Ανοίγει το βιβλίο και εκείνο παύει να είναι δικό του. Τα δάχτυλα ξεφυλλίζουν τις σελίδες και αισθάνονται έναν παλμό, σαν το χαρτί να διαθέτει ζωή. Η παλιά συγκίνηση της ανάγνωσης, εκείνη που έμοιαζε κάποτε με τρόμο, περνά από τα δάχτυλα στη σάρκα και στα οστά.

Το ηλιακό φως πέφτει πάνω στη σελίδα και σβήνει τις λέξεις. Η εικόνα φέρει μια γαλήνια τελειότητα. Ο Ιβάν Ιλίτς βρήκε το φως στον πυθμένα του σκοταδιού. Ο Στόουνερ το βρίσκει πάνω στη σελίδα, τόσο ισχυρό ώστε η γραφή γίνεται αόρατη. Η λογοτεχνία, που υπήρξε για εκείνον γνώση, εργασία, έρωτας, καταφύγιο και τρόπος υπάρξεως, περνά τώρα πέρα από τις λέξεις. Μένει το βιβλίο ως αντικείμενο, ως βάρος, ως αφή. Μένει η μυστική μετάδοση μιας ζωής που έγινε για λίγο μορφή και παραδίδεται πια στον κόσμο.

Τα δάχτυλα χαλαρώνουν. Το βιβλίο κινείται αργά και έπειτα γρήγορα πάνω από το ακίνητο σώμα και πέφτει μέσα στη σιωπή του δωματίου.

Τρεις μορφές τέλους

Στην Έμμα η τελευταία πράξη είναι ένα γέλιο που σχίζει τον αέρα. Στον Ιβάν Ιλίτς μια εσωτερική όραση μεταμορφώνει το σκοτάδι σε φως. Στον Στόουνερ μια χειρονομία αφήνει το βιβλίο να πέσει. Ήχος, όραση, αφή. Τρεις αισθήσεις οδηγούν ως το κατώφλι όπου οι αισθήσεις σβήνουν. Η Έμμα πεθαίνει μέσα στην έκρηξη της αυταπάτης της. Ο Ιβάν Ιλίτς μέσα στη διάρρηξη του κοινωνικού του ψεύδους. Ο Στόουνερ μέσα στη συμφιλίωση με την ατελή πληρότητα της ζωής του. Ο πρώτος θάνατος είναι απογύμνωση. Ο δεύτερος είναι μεταστροφή. Ο τρίτος είναι παράδοση.

Και οι τρεις επιστρέφουν στην ίδια βαθύτερη αλήθεια. Η ζωή αποκαλύπτεται πλήρως τη στιγμή που παύει να μπορεί να σκηνοθετήσει την εικόνα της. Όσα ο άνθρωπος συσσώρευσε, επιθύμησε, απέκρυψε, υπηρέτησε ή εγκατέλειψε συγκεντρώνονται τότε σε ένα ελάχιστο σημείο. Ένα πρόσωπο στον δρόμο. Ένα παιδί που φιλά ένα χέρι. Μια σελίδα πλημμυρισμένη από ήλιο. Η λογοτεχνία γνωρίζει πως η τελική αλήθεια χρειάζεται μια εικόνα ικανή να βαστάξει ολόκληρη τη ζωή.

Ίσως γι’ αυτό οι τρεις αυτές σκηνές μένουν μέσα μας με τέτοια δύναμη. Ο θάνατος που περιγράφουν ανήκει στα πρόσωπα. Το ερώτημα που αφήνουν ανήκει στον αναγνώστη. Ποια φωνή θα φτάσει από τον δρόμο στην τελευταία μας ώρα. Ποιο πρόσωπο θα λυπηθούμε όταν ο φόβος υποχωρήσει. Ποιο βιβλίο θα κρατούν τα χέρια μας και ποια ζωή θα διαβάσουμε επάνω στις σελίδες του. Η Έμμα, ο Ιβάν Ιλίτς και ο Στόουνερ πεθαίνουν, και η δική μας ζωή φωτίζεται για λίγο από τον θάνατό τους.

Το βιβλίο πέφτει. Η σιωπή του δωματίου το δέχεται. Κάπου έξω από τη σελίδα, ένα άλλο χέρι ετοιμάζεται να το σηκώσει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • GustaveFlaubert, Μαντάμ Μποβαρί (MadameBovary: Mœursdeprovince (αρχικήέκδοση 1857 / ελλην. έκδοση -μετάφραση: Βασιλική Κοκκίνου, εκδόσεις Μίνωας 2017).
  • LeonTolstoy, O θάνατος του Ιβάν Ιλίτς (αρχική έκδοση 1886, ελλην. έκδοση -μετάφραση: Αργυροπούλου Σταυρούλα, εκδόσεις Ροές 2014)
  • JohnWilliams,  Ο Στόουνερ (αρχική έκδοση  1965, ελλην. έκδοση -μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου, εκδόσεις Gutenberg 2017)

Δημοφιλείς αναρτήσεις