Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs. Λογοτεχνία

      ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs . Λογοτεχνία   Ποταπότητα: η ιδιότητα του ποταπού, ευτέλεια, μηδαμινότητα, προστυχιά (ποταπότητα συμπεριφοράς   ( LSJ ) Με τη λ. εννοείται μια χαμηλή ηθική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση, κατάλληλη για να περιγράψει πράξεις ή χαρακτήρες που στερούνται αξιοπρέπειας, μεγαλείου ή ηθικής ανωτερότητας. Κατά περίπτωση εντοπίζει κανείς στην τρέχουσα γλώσσα μέγα αριθμό συνωνύμων, πολλαπλών αποχρώσεων και διαβαθμίσεων, όπως αισχρότητα, αχρειότητα, κακία, μικρότητα, μικροπρέπεια και μικρόνοια, αναίδεια, θρασύτητα, και τέλος, χαμέρπεια και σκατοψυχιά. Social Media Η ποταπότητα ως «ύφος» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης Η ποταπότητα σήμερα δεν χρειάζεται καν να κρυφτεί, αφού έχει κανονικοποιηθεί και επιβραβευτεί και,  το κυριότερο, έχει μετατραπεί σε κοινωνική δεξιότητα. Στα κοινωνικά δίκτυα η ποταπότητα μάλιστα εμφανίζεται ως επικοινωνιακή αρετή, για παράδειγμα, η ειρωνεία χωρίς σκέψη προβάλλετα...

Η πολιτική εμπειρία του Ευγένιου Ιονέσκο και η αλληγορία του Ρινόκερου

 


Η πολιτική εμπειρία του Ευγένιου Ιονέσκο και η αλληγορία του Ρινόκερου

Το θεατρικό έργο Ρινόκερος (1959) του Ευγένιου Ιονέσκο αποτελεί μία από τις πιο πυκνές και πολυεπίπεδες πολιτικές αλληγορίες του ευρωπαϊκού θεάτρου του 20ού αιώνα. Πίσω από τη φαινομενικά παράλογη πλοκή της μαζικής μεταμόρφωσης ανθρώπων σε ρινόκερους, ο Ιονέσκο κωδικοποιεί τη βιωμένη του εμπειρία από τρία ιστορικά και ιδεολογικά τραύματα: τον φασισμό της μεσοπολεμικής Ρουμανίας, τη γερμανική κατοχή στη Γαλλία και τη στάση σημαντικής μερίδας της γαλλικής αριστερής διανόησης απέναντι στα εγκλήματα του σταλινισμού. Όπως υποστηρίζει η Αμερικανίδα μελετήτρια Anne Quinney, το έργο είναι βαθιά αυτοβιογραφικό και δεν μπορεί να κατανοηθεί πλήρως αν αποκοπεί από τη διπλή ρουμανογαλλική ταυτότητα του συγγραφέα.

Ο Ιονέσκο γεννήθηκε στη Ρουμανία από Ρουμάνο πατέρα και Γαλλίδα μητέρα. Ο πατέρας του, υπερεθνικιστής και πολιτικά οπορτουνιστής, αντιπροσώπευε έναν κυνικό πατριωτισμό χωρίς ηθικά όρια, ενώ η μητέρα του, Γαλλίδα προτεστάντισσα σεφαραδιτικής εβραϊκής καταγωγής, ενσάρκωνε την παράδοση του γαλλικού ορθολογισμού και του ανθρωπισμού. Στη Ρουμανία του Μεσοπολέμου, όπου ο αντισημιτισμός ήταν διάχυτος τόσο στην κοινωνία όσο και στη διανόηση, ακόμη και η μερική εβραϊκή καταγωγή αρκούσε για να καταστήσει κάποιον ύποπτο και απειλούμενο. Ο ιστορικός Jean Ancel περιγράφει εύστοχα τη «σχιζοφρενική» στάση της ρουμανικής διανόησης απέναντι στη Δύση, τη θαύμαζε ως πρότυπο, αλλά ταυτόχρονα απέρριπτε τις θεμελιώδεις αξίες της, όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανεκτικότητα.

Σε αυτό το πλαίσιο ανδρώθηκε η φασιστική Σιδηρά Φρουρά, το πιο βίαιο αντισημιτικό κίνημα της Ρουμανίας, που προσέλκυσε μαζικά φοιτητές και διανοούμενους. Ο Ιονέσκο βίωσε από κοντά τη ριζοσπαστικοποίηση των πανεπιστημίων και την προδοσία, όπως τη θεωρούσε, της γενιάς του. Καθηγητές, φίλοι και συνομιλητές του υιοθετούσαν σταδιακά τη γλώσσα και τη λογική της Λεγεώνας, συχνά ξεκινώντας από «μικρές παραχωρήσεις», όπως επισημαίνει ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1970. Η διαδικασία αυτή της ιδεολογικής μόλυνσης, η αργή μετάβαση από τον σκεπτικισμό στη συλλογική υστερία, μετασχηματίζεται στον Ρινόκερο στη σταδιακή «ρινοκεροποίηση» των χαρακτήρων.

Ο χαρακτήρας του Bérenger λειτουργεί ως alter ego του Ιονέσκο: ένας ατημέλητος, αλκοολικός, αλλά βαθιά ανθρώπινος άνθρωπος, που αρνείται να υποταχθεί στη λογική του κοπαδιού. Η εμπειρία του να μένει μόνος, καθώς όλοι γύρω του «μεταμορφώνονται σε θηρία», αντανακλά άμεσα το αίσθημα αποξένωσης του Ιονέσκο στη Ρουμανία της δεκαετίας του 1930. Η επιμονή του Bérenger στην αγάπη, στην αδυναμία και στην προσωπική ευθύνη αποτελεί για τον Ιονέσκο τη μόνη δυνατή μορφή αντίστασης απέναντι στην απανθρωποποίηση.

Κεντρικό ρόλο στην κριτική του Ιονέσκο παίζει η γελοιοποίηση της ψευδολογικής σκέψης. Ο «Λογικός», με τους αυθαίρετους συλλογισμούς του, αποτελεί σαφή αναφορά στον Emil Cioran, ο οποίος είχε φλερτάρει με τη Σιδηρά Φρουρά και διέκοψε τη φιλία του με τον Ιονέσκο. Η αποκομμένη από κάθε ηθικό και συναισθηματικό έρεισμα λογική, που μπορεί να δικαιολογήσει οποιοδήποτε συμπέρασμα, παρουσιάζεται ως προθάλαμος της βαρβαρότητας. Η φράση «η λογική είναι κάτι πολύ όμορφο - εφόσον δεν γίνεται κατάχρηση» συνοψίζει τη βαθιά καχυποψία του Ιονέσκο απέναντι σε κάθε ιδεολογία που αυτοπαρουσιάζεται ως απόλυτα ορθολογική.

Παράλληλα, ο Ρινόκερος αντλεί έντονα από τη γαλλική εμπειρία της γερμανικής κατοχής. Το πράσινο χρώμα των ρινόκερων παραπέμπει τόσο στις στολές της Σιδηράς Φρουράς όσο και στις πράσινες στολές της Ordnungspolizei και της Wehrmacht. Η σταδιακή εξοικείωση των χαρακτήρων με την παρουσία των ρινόκερων αντικατοπτρίζει τη διαδικασία με την οποία μεγάλα τμήματα του γαλλικού πληθυσμού αποδέχθηκαν τη «Νέα Τάξη», επιλέγοντας τη συμμόρφωση αντί της επικίνδυνης αντίστασης. Ο Dudard, που δηλώνει ότι «τώρα το συνηθίζω», εκφράζει ακριβώς αυτή την ψυχολογία της προσαρμογής και της ηθικής χαλάρωσης.

Τέλος, ο Ιονέσκο στρέφει την κριτική του εναντίον της γαλλικής αριστερής διανόησης της δεκαετίας του 1950. Ο χαρακτήρας του Botard σατιρίζει τους δογματικούς κομμουνιστές που αρνούνται την πραγματικότητα των σταλινικών εγκλημάτων, απορρίπτοντας κάθε αντίθετη μαρτυρία ως «προπαγάνδα». Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η απεικόνιση του Dudard, τον οποίο ο ίδιος ο Ιονέσκο ταύτισε ρητά με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ. Η συνεχής εύρεση δικαιολογιών για τους ρινόκερους παραλληλίζεται με τη διανοουμενίστικη νομιμοποίηση της πολιτικής τρομοκρατίας στο όνομα ενός υποτιθέμενου ιστορικού μέλλοντος.

Συνολικά, ο Ρινόκερος δεν είναι απλώς ένα έργο του θεάτρου του παραλόγου, αλλά μια βαθιά πολιτική και ηθική μαρτυρία. Ο Ιονέσκο μετατρέπει τις προσωπικές του τραυματικές εμπειρίες σε μια καθολική αλληγορία για τις «ασθένειες του πνεύματος» του 20ού αιώνα: τον φασισμό, τον ναζισμό, τον σταλινισμό και κάθε μορφή ιδεολογίας που απαιτεί την παραίτηση από την ατομική σκέψη και την ανθρωπιά. Όπως υποστηρίζει η Quinney, η αγνόηση της ρουμανικής εμπειρίας του Ιονέσκο οδηγεί σε μια φτωχή ανάγνωση του έργου. Ο Ρινόκερος είναι, τελικά, η κραυγή ενός ανθρώπου που αρνήθηκε να μεταμορφωθεί, ακόμη κι όταν έμεινε μόνος απέναντι στο κοπάδι.


 Ένας μελαγχολικός επίλογος

ΡΙΝΟΚΕΡΟΙ

Στον Ρινόκερο του Ευγένιου Ιονέσκο η ταχύτητα με την οποία παύει να μας τρομάζει η μεταμόρφωση είναι εντυπωσιακή. Οι άνθρωποι γίνονται ρινόκεροι με λογικά επιχειρήματα, με ήρεμες δικαιολογήσεις, με ένα «έτσι είναι τα πράγματα», κι εκεί ακριβώς βρίσκεται τελικά η φρίκη, στη συναίνεση και όχι στην τερατική μεταμόρφωση.

Η τρελή ατμόσφαιρα που βιώνουμε σήμερα μοιάζει επικίνδυνα με εκείνη του έργου. Αν και δεν επαναλαμβάνονται τα ίδια ιστορικά γεγονότα, επαναλαμβάνεται εντούτοις η ίδια ανθρώπινη κόπωση. Η κόπωση της σκέψης, η κούραση της αμφιβολίας, η επιθυμία να πάψουμε να αντιστεκόμαστε στην πίεση του πλήθους. Ο Ιονέσκο δεν έγραψε μόνο για τον φασισμό· έγραψε για την ευκολία με την οποία το κακό γίνεται κανονικότητα όταν παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο, ως «μαζικό», ως «λογικό».

Σήμερα, η μαζική κακόβουλη απειλή δεν χρειάζεται στολές ούτε εμβατήρια. Φοράει τον μανδύα της προόδου, της ασφάλειας, της συλλογικής σωτηρίας. Δεν απαιτεί πίστη και ηρωισμό, απλώς σιωπή και προσαρμογή. Όπως στον Ρινόκερο, έτσι και τώρα, το πιο ανησυχητικό δεν είναι όσοι μεταμορφώνονται, αλλά όσοι χειροκροτούν τη μεταμόρφωση επειδή τους απαλλάσσει από την ευθύνη να παραμείνουν άνθρωποι.

Ο Μπερανζέ, ο αντι-ήρωας του έργου, δεν είναι γενναίος με την κλασική έννοια, είναι αδύναμος, μπερδεμένος, συχνά γελοίος, κι όμως, αυτός μένει άνθρωπος. Η ανθρωπιά του είναι επίμονη, και αυτή η επιμονή είναι σήμερα βαθιά ενοχλητική, γιατί μας θυμίζει ότι η απώλεια της ελευθερίας δεν έρχεται πάντα με βία, αλλά συχνά με ανακούφιση. Ο Μπερανζέ δεν έχει μια ανώτερη ιδεολογία, απλώς κάτι μέσα του αρνείται να παραδώσει την εσωτερική του ασυνέπεια.

Η εποχή μας αγαπά τις αγέλες. Τις μετρά, τις αναλύει, τις κατευθύνει. Η μοναξιά της σκέψης θεωρείται ύποπτη, η απόκλιση επικίνδυνη, η άρνηση ανεύθυνη. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο ρινόκερος δεν είναι πια σύμβολο του άλλου, αλλά του μέσου όρου: χοντροκομμένος, ισχυρός, θορυβώδης, βέβαιος για το δίκιο του επειδή το μοιράζεται με πολλούς.

Το πικρό αστείο του Ιονέσκο γίνεται σήμερα μαύρο. Γελάμε ακόμη, αλλά το γέλιο μας έχει μια νευρικότητα, σαν να φοβόμαστε μήπως σταματήσουμε και ακούσουμε τον ήχο των βημάτων γύρω μας, τον βαρύ, ομοιόμορφο καλπασμό της μάζας. Και ίσως το πιο ανησυχητικό ερώτημα δεν είναι αν έρχεται ο ρινόκερος, αλλά πόσο έτοιμοι είμαστε να του μοιάσουμε, απλώς και μόνο για να μη μείνουμε μόνοι.

Ο Ρινόκερος μας προειδοποιεί ότι θα νικηθούμε και ότι μπορεί ακόμη και να συμφωνήσουμε με την ήττα μας και να τη βαφτίσουμε αλλαγή κλίματος και εποχής.


 

Δημοφιλείς αναρτήσεις