Η λογοτεχνία γνώριζε από νωρίς ότι η προσδοκία είναι επικίνδυνη, όχι επειδή μπορεί να διαψευστεί, αλλά επειδή μπορεί να εγκατασταθεί, να γίνει μόνιμη κατάσταση, να αντικαταστήσει την πράξη με τη δυνατότητά της.
Στον Μπέκετ (Περιμένοντας τον Γκοντό), η προσδοκία εμφανίζεται στην πιο καθαρή της μορφή, χωρίς αντικείμενο, χωρίς δικαιολογία. Περιμένουμε όχι επειδή κάτι θα συμβεί, αλλά επειδή το να περιμένουμε μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Ο Γκοντό δεν είναι πρόσωπο, είναι πρόφαση. Όσο δεν έρχεται, ο χρόνος αποκτά νόημα, η ακινησία παριστάνει την κίνηση, η ζωή παραμένει σε αναστολή. Το σοκ δεν είναι η απουσία γεγονότος, είναι η αντοχή της ύπαρξης μέσα στο κενό. Η προσδοκία εδώ δεν υπόσχεται λύτρωση, υπόσχεται μόνο συνέχεια.
Ο Κάφκα (στη Δίκη και στον Πύργο) παίρνει αυτή την καθαρή αναμονή και τη μετατρέπει σε μηχανισμό. Εκεί όπου ο Μπέκετ αφήνει τον χρόνο γυμνό, ο Κάφκα τον ντύνει με διαδρόμους, γραφεία, νόμους χωρίς περιεχόμενο. Η προσδοκία αποκτά ηθικό βάρος. Δεν περιμένεις απλώς, οφείλεις να περιμένεις σωστά. Να είσαι διαθέσιμος, πρόθυμος, διαρκώς ανεπαρκής. Το μέλλον γίνεται υπόσχεση που δεν πραγματοποιείται ποτέ, αλλά ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί, κρατά τον άνθρωπο σε μια κατάσταση μόνιμης ετοιμότητας, μόνιμης ενοχής. Δεν χρειάζεται καταδίκη, αρκεί η αναβολή της.
Κάπου εδώ η προσδοκία παύει να είναι υπαρξιακή και αποκαλύπτεται ως πολιτική. Δεν κυβερνά μόνο το άτομο, αλλά και τη συμπεριφορά του. Διδάσκει υπομονή εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει ρήξη. Διδάσκει ελπίδα εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει άρνηση.
Στον Προυστ (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), η προσδοκία μετακινείται πιο ύπουλα, δεν αφορά πια το γεγονός, αλλά την εμπειρία του. Περιμένουμε πώς θα νιώσουμε, πώς θα αγαπήσουμε, πώς θα θυμόμαστε. Η ζωή προ-βιώνεται στη φαντασία, και όταν τελικά συμβαίνει, έρχεται ήδη καθυστερημένη συγκρινόμενη με την προσδοκία της. Η απογοήτευση δεν γεννιέται από την απουσία του θαύματος, αλλά από το ότι το θαύμα δεν συμφώνησε με το σενάριο. Έτσι η προσδοκία δεν αναβάλλει απλώς τη ζωή, τη διαβρώνει εκ των προτέρων.
Στους πιο σύγχρονους συγγραφείς, η προσδοκία χάνει ακόμη και το δράμα της. Στον Ishiguro (The Remains of the Day) δεν υπάρχει θεός που αργεί ούτε νόμος που αναστέλλεται. Υπάρχει μόνο η σωστή στιγμή που δεν έρχεται ποτέ. Η αναμονή εδώ είναι ευγενική, σιωπηλή, αξιοπρεπής. Κανείς δεν υποφέρει θεαματικά. Κι όμως, στο τέλος, αυτό που αποκαλύπτεται δεν είναι η αποτυχία μιας ζωής, αλλά η απουσία της. Η προσδοκία δεν κατέρρευσε, απλώς κατανάλωσε ό,τι θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
Στον Coetzee (Waiting for the Barbarians), η προσδοκία αποκτά συλλογικό πρόσωπο. Περιμένουμε τον εχθρό για να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας. Το μέλλον γίνεται απειλή που νομιμοποιεί τη βία του παρόντος. Δεν ζούμε πια σε αναμονή της σωτηρίας, αλλά σε αναμονή της καταστροφής, γιατί αυτή μας επιτρέπει να νιώθουμε αναγκαίοι, ενωμένοι, αθώοι.
Κάπως έτσι, η προσδοκία διατρέχει τη λογοτεχνία όχι ως αρετή, αλλά ως ερώτημα. Όχι τι ελπίζουμε, αλλά τι αναβάλλουμε στο όνομα αυτής της ελπίδας. Τι δεν τολμάμε να ζήσουμε επειδή κάτι «καλύτερο» υποτίθεται ότι έρχεται. Και ποιος θα ήμασταν αν, έστω για λίγο, παραιτούμασταν από το δικαίωμα του αργότερα.
Ίσως το πιο ριζοσπαστικό που μπορεί να μας μάθει η λογοτεχνία δεν είναι πώς να ελπίζουμε, αλλά πώς να αντέχουμε έναν χρόνο που δεν υπόσχεται. Να στεκόμαστε μέσα στο παρόν χωρίς εγγυήσεις. Να ζούμε χωρίς να κρατάμε την ανάσα μας. Γιατί η προσδοκία, όταν δεν την προσέξεις, δεν σου κλέβει αυτό που περιμένεις. Σου κλέβει τον χρόνο μέχρι να έρθει.