Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗ

    Αγγίζοντας το παρελθόν με την αφή Η αρχαιολογία φέρει μια σιωπηλή αξιοπρέπεια. Είναι μια επιστήμη της υπομονής, της επιμονής και της βαθιάς προσήλωσης στη λεπτομέρεια. Οι αρχαιολόγοι σπάνια αναζητούν θησαυρούς ή βασιλιάδες· αναζητούν, κυρίως, τα ίχνη της ανθρώπινης ζωής. Οικισμούς, κατοικίες και ιερά, τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι οργάνωσαν τον χώρο, τίμησαν τους νεκρούς τους, κράτησαν ζωντανή τη μνήμη και έδωσαν μορφή στο πένθος. Η διαδικασία της έρευνας είναι αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη. Ξεκινά από ό,τι μοιάζει ασήμαντο: ένα στρώμα γης, μια αλλαγή στο χρώμα του εδάφους, ένα θραύσμα κεραμικού. Κι όμως, μέσα από αυτά τα μικρά και διάσπαρτα ίχνη γεννιέται η γνώση. Δεν πρόκειται για ξαφνική αποκάλυψη, αλλά για σύνθεση· την υπομονετική ένωση των σιωπηλών τεκμηρίων του παρελθόντος. Σε αυτό το σημείο, ο αρχαιολόγος μοιάζει με ντετέκτιβ. Τίποτα δεν θεωρείται αυτονόητο και τίποτα δεν απορρίπτεται. Η προσοχή στρέφεται στα αχνά σημάδια, στις λεπτομέρειες που αρχικά φαί...

ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ

 


 
Η προσδοκία δεν είναι ακριβώς συναίσθημα, είναι περισσότερο μια στάση του σώματος απέναντι στον χρόνο. Ένας τρόπος να γέρνεις ελαφρά προς τα εμπρός, σαν να ακούς βήματα που δεν έχουν ακόμη ακουστεί. Στην αρχή μοιάζει με ελπίδα, αργότερα αποκαλύπτεται ως αναβολή, και στο τέλος, αν τολμήσεις να μείνεις αρκετά, γίνεται κάτι πιο ανησυχητικό, ένας τρόπος να απουσιάζεις χωρίς να φεύγεις (το 3ο πρελούδιο της Dale Kavanagh αποτυπώνει μοναδικά την παραπάνω παράγραφο).
Η λογοτεχνία γνώριζε από νωρίς ότι η προσδοκία είναι επικίνδυνη, όχι επειδή μπορεί να διαψευστεί, αλλά επειδή μπορεί να εγκατασταθεί, να γίνει μόνιμη κατάσταση, να αντικαταστήσει την πράξη με τη δυνατότητά της.
Στον Μπέκετ (Περιμένοντας τον Γκοντό), η προσδοκία εμφανίζεται στην πιο καθαρή της μορφή, χωρίς αντικείμενο, χωρίς δικαιολογία. Περιμένουμε όχι επειδή κάτι θα συμβεί, αλλά επειδή το να περιμένουμε μας επιτρέπει να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Ο Γκοντό αποδεικνύεται πως δε είναι πρόσωπο, είναι απλώς μια πρόφαση. Όσο δεν έρχεται, ο χρόνος αποκτά νόημα, η ακινησία παριστάνει την κίνηση, η ζωή παραμένει σε αναστολή. Το σοκ δεν είναι τόσο η απουσία γεγονότος, όσο η αντοχή της ύπαρξης μέσα στο κενό,και η προσδοκία εδώ δεν υπόσχεται λύτρωση, υπόσχεται μόνο συνέχεια.
Ο Κάφκα (στη Δίκη και στον Πύργο) παίρνει αυτή την καθαρή αναμονή και τη μετατρέπει σε μηχανισμό. Εκεί όπου ο Μπέκετ αφήνει τον χρόνο γυμνό, ο Κάφκα τον ντύνει με διαδρόμους, γραφεία, νόμους χωρίς περιεχόμενο. Η προσδοκία αποκτά ηθικό βάρος. Δεν περιμένεις απλώς, οφείλεις να περιμένεις σωστά. Να είσαι διαθέσιμος, πρόθυμος, διαρκώς ανεπαρκής. Το μέλλον γίνεται υπόσχεση που δεν πραγματοποιείται ποτέ, αλλά ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί, κρατά τον άνθρωπο σε μια κατάσταση μόνιμης ετοιμότητας, μόνιμης ενοχής. Δεν χρειάζεται καταδίκη, αρκεί η αναβολή της.
Κάπου εδώ η προσδοκία παύει να είναι υπαρξιακή και αποκαλύπτεται ως πολιτική. Δεν κυβερνά μόνο το άτομο, αλλά και τη συμπεριφορά του. Διδάσκει υπομονή εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει ρήξη, ελπίδα εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει άρνηση.
Στον Προυστ (Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο), η προσδοκία μετακινείται πιο ύπουλα, δεν αφορά πια το γεγονός, αλλά την εμπειρία του. Περιμένουμε πώς θα νιώσουμε, πώς θα αγαπήσουμε, πώς θα θυμόμαστε. Η ζωή προ-βιώνεται στη φαντασία, και όταν τελικά συμβαίνει, έρχεται ήδη καθυστερημένη συγκρινόμενη με την προσδοκία της. Η απογοήτευση δεν γεννιέται μόνο από την απουσία του θαύματος, αλλά από το ότι το θαύμα δεν συμφώνησε με το σενάριο. Έτσι η προσδοκία δεν αναβάλλει απλώς τη ζωή, τη διαβρώνει εκ των προτέρων.
Στους πιο σύγχρονους συγγραφείς, η προσδοκία χάνει ακόμη και το δράμα της. Στον Ishiguro (The Remains of the Day) δεν υπάρχει θεός που αργεί ούτε νόμος που αναστέλλεται. Υπάρχει μόνο η σωστή στιγμή που δεν έρχεται ποτέ. Η αναμονή εδώ είναι ευγενική, σιωπηλή, αξιοπρεπής. Κανείς δεν υποφέρει θεαματικά. Κι όμως, στο τέλος, αυτό που αποκαλύπτεται δεν είναι η αποτυχία μιας ζωής, αλλά η απουσία της. Η προσδοκία δεν κατέρρευσε, απλώς κατανάλωσε ό,τι θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
Στον Coetzee (Waiting for the Barbarians), η προσδοκία αποκτά συλλογικό πρόσωπο. Περιμένουμε τον εχθρό για να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας. Το μέλλον γίνεται απειλή που νομιμοποιεί τη βία του παρόντος. Δεν ζούμε πια σε αναμονή της σωτηρίας, αλλά σε αναμονή της καταστροφής, γιατί αυτή μας επιτρέπει να νιώθουμε αναγκαίοι, ενωμένοι, αθώοι.
Κάπως έτσι, η προσδοκία διατρέχει τη λογοτεχνία όχι ως αρετή, αλλά ως ερώτημα, όχι τι ελπίζουμε, αλλά τι αναβάλλουμε στο όνομα αυτής της ελπίδας. Τι δεν τολμάμε να ζήσουμε επειδή κάτι «καλύτερο» υποτίθεται ότι έρχεται. Και ποιος θα ήμασταν αν, έστω για λίγο, παραιτούμασταν από το δικαίωμα του αργότερα.
Ίσως το πιο ριζοσπαστικό που μπορεί να μας μάθει η λογοτεχνία δεν είναι πώς να ελπίζουμε, αλλά πώς να αντέχουμε έναν χρόνο που δεν υπόσχεται. Να στεκόμαστε μέσα στο παρόν χωρίς εγγυήσεις, να ζούμε χωρίς να κρατάμε την ανάσα μας, γιατί η προσδοκία, όταν δεν την προσέξεις, δεν σου κλέβει αυτό που περιμένεις. Σου κλέβει τον χρόνο μέχρι να έρθει.

Δημοφιλείς αναρτήσεις