Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Μια καταβύθιση στη μαγεία της λογοτεχνίας. Η Spem in Alium είναι το προσωπικό μου ιστολόγιο για αναγνώσεις, αναλύσεις και ερμηνείες, που εξερευνούν πρωτίστως την ουσία της αφήγησης στην αυθεντική λογοτεχνία, παλαιότερη αλλά και σύγχρονη.
Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Τσουκαρέλο, διακεκριμένος μελωδός
Τσουκαρέλο, διακεκριμένος μελωδός
Νουβέλα του Luigi Pirandello
Μετάφραση από τα ιταλικά: Δημήτριος Mποσνάκης
Πριν από μερικούς μήνες, με αφορμή το θάνατο του Θανάση Βαλτινού, είχα προσέξει, σε μια συνέντευξη που είχε δώσει στην Κατερίνα Σχινά και στον Ηλία Κανέλλη για το Books’ Journal (τχ. 45, Ιούνιος 2014, αναδημοσιεύεται στον τόμο: Κι αυτοί είναι η Ελλάδα, που ετοιμάζεται και θα κυκλοφορήσει σε μερικές εβδομάδες από τις εκδόσεις του Books’ Journal), έναν αστεϊσμό του συγγραφέα για τον Αλέξη Τσίπρα, που παρέπεμπε σε μια φράση νουβέλας του Πιραντέλο: «Τσουκαρέλο, διακεκριμένος μελωδός». Την αναζήτησα, άρχισα να τη μεταφράζω – κι αφού την ολοκλήρωσα την εμπιστεύτηκα στη σύνταξη του περιοδικού. Αξίζει το χρόνο σας. Δ. Μπ.
H μετάφραση αφιερώνεται στον Γιάννη Τσάκλα, τον μελωδό της συντροφιάς μας
Ξέραμε ότι ο Περατσέτι, αφού παντρεύτηκε εκείνη τη γυναίκα με το σκύλο –όχι τόσο για αστείο, αλλά μάλλον για να προστατευτεί από τον κίνδυνο να πάρει το γάμο στα σοβαρά– είχε στραφεί εδώ και καιρό, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, στη μελέτη της φιλοσοφίας.
Ποια αποτελέσματα θα μπορούσε να έχει μια τέτοια ενασχόληση σε έναν εγκέφαλο όπως ο δικός του, ήμασταν όλοι σε θέση να φανταστούμε. Ωστόσο, ο ίδιος θέλησε να μας παρουσιάσει ένα από αυτά, το περασμένο βράδυ, εξιστορώντας με τον δικό του τρόπο την ακόλουθη περιπέτεια.
– Ήμουν, – άρχισε να λέει, κοιτάζοντας όπως πάντα τα νύχια του, – ήμουν, φίλοι μου, σε μία από εκείνες τις στιγμές, που δυστυχώς δεν είναι σπάνιες, όπου η λογική (που, δυστυχώς, έχω ακόμα λίγη) έχει τη βεβαιότητα πως έχει επιτέλους φτάσει σε εκείνο το «απόλυτο» που όλοι αναζητούμε αγωνιωδώς στη ζωή, χωρίς καν να το ξέρουμε…
– Εγώ, όχι.
– Ούτε εγώ, – τον διακόψαμε χορωδιακά.
– Ούτε εγώ.
– Βλάκες! είπε εκείνος. Σας λέω ότι δεν το γνωρίζετε. Η λογική, λοιπόν, ξαφνικά συνειδητοποιεί πως κρατάει σφιχτά όχι το απόλυτο, αλλά ένα κοτσιδάκι, καταλαβαίνετε; Αντί για το απόλυτο, ένα κοτσιδάκι περούκας, εκείνο το κοτσιδάκι της περούκας από το οποίο γαντζώθηκε ο απερίγραπτος βαρόνος Μινχάουζεν για να βγει από τη λίμνη, στην οποία είχε πέσει.
Διαμαρτυρηθήκαμε ότι αν συνέχιζε να μιλάει τόσο δυσνόητα, δεν θα του δίναμε πια σημασία, και τότε ο Περατσέτι μας εξήγησε, υπομονετικά, με τα μάτια κλειστά και τα χέρια προτεταμένα:
– Να λοιπόν. Αργά ή γρήγορα, ο στόχος που έχουμε θέσει, προς τον οποίο τείνουν όλα μας τα συναισθήματα, όλες μας οι σκέψεις, και ο οποίος αποκτά έτσι την εγγενή αξία της ίδιας μας της ζωής, μια απόλυτη αξία, καταλαβαίνετε;, μόλις επιτευχθεί, ή ακόμα και πριν επιτευχθεί, αποκαλύπτεται μάταιος.
– Πώς; Γιατί μάταιος;
– Μα επειδή συνειδητοποιούμε, θεέ μου, ότι, όπως αυτός ο στόχος, οποιονδήποτε άλλον και να είχαμε θέσει θα ήταν το ίδιο μάταιος. Επειδή το απόλυτο, αγαπητοί μου, εκείνο το απόλυτο στο οποίο και μόνο θα μπορούσε να γαληνέψει το πνεύμα μας δεν επιτυγχάνεται ποτέ.
– Πράγμα που σημαίνει ότι είναι ανοησία να το αναζητά κανείς, – παρατήρησε ένας από εμάς.
– Μπράβο! Αυτό ακριβώς λέω, – συμφώνησε ο Περατσέτι. – Αλλά αφήστε με να συνεχίσω, παρακαλώ. Κάθε αρχή είναι δύσκολη, μετά έρχεται το ενδιαφέρον. Να: η ζωή μας τρέχει ολόκληρη προς αυτόν τον στόχο, τον οποίο αυταπατόμαστε ότι μπορούμε να αγγίξουμε και να νιώσουμε τη δική μας πραγματικότητα. Αν όμως αυτός ο στόχος καταρρεύσει ή εξαφανιστεί, τότε καταρρέει και εξαφανίζεται ξαφνικά μαζί του η πραγματικότητά μας, ή μάλλον η ψευδαίσθηση της πραγματικότητάς μας. Και τότε (τι είναι, τι δεν είναι) ξαφνικά, στερημένοι από την πραγματικότητα που φανταζόμασταν ότι μπορούσαμε επιτέλους να αγγίξουμε, βλέπουμε τον εαυτό μας να παραπαίει στο κενό, και σε κάθε τραγούδι του δρόμου μπορούμε να βλέπουμε την τρέλα να περνάει και, όπως τίποτε άλλο, να πιάνουμε κουβέντα μαζί της (που θα μπορούσε να είναι και η σκιά του ίδιου μας του σώματος) και να τη ρωτάμε, για παράδειγμα, με μεγάλη χάρη και λεπτότητα:
«Ποιος είναι περισσότερο σκιά, αγαπητή μου, εγώ ή εσύ;»
Ακούστε τώρα. Βρισκόμουν λοιπόν σε μια από αυτές τις απολαυστικές στιγμές, το κοτσιδάκι της λογικής μου.
Σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, περπατούσα ένα βράδυ σε έναν από τους πιο πολυσύχναστους δρόμους της πόλης μας. Μου φαινόταν πως ο κόσμος, ολόκληρος, είχε τρελαθεί όπως κι εγώ, κινούνταν χαοτικά, και πως τα καμπανάκια των τραμ και οι κόρνες των αυτοκινήτων καλούσαν σε βοήθεια. Τότε, τυχαία, έπεσε το βλέμμα μου σε μια πινακίδα ανάμεσα σε δύο σιδερόφρακτα παράθυρα ενός υπογείου καταστήματος.
Ανάμεσα από τα κάγκελα αυτών των παραθύρων μπορούσα να διακρίνω έναν πράσινο λακαρισμένο πάγκο γεμάτο καθρέφτες, καμιά δεκαριά μαρμάρινα τραπεζάκια, γύρω από τα οποία κάθονταν πολλοί θαμώνες, άντρες, γυναίκες, κι ένα αρμόνιο. Πάνω σε εκείνη την πινακίδα, δύο μανιασμένες ηλεκτρικές λάμπες έριχναν ένα σκληρό, καυστικό φως πάνω σε μια κόκκινη αφίσα, όπου με μεγάλα γράμματα ήταν γραμμένο:
«Τσουκαρέλο, διακεκριμένος μελωδός».
Μπροστά σε αυτό το όνομα, φεγγοβολημένο τόσο επιθετικά από τις δύο λάμπες, στάθηκα με την απόλυτη βεβαιότητα ότι αυτός ο κύριος Τσουκαρέλο, ο οποίος χαρακτηριζόταν με γλυκιά σεμνότητα ως διακεκριμένος μελωδός, είχε αγγίξει το απόλυτο και συνεπώς, χωρίς αμφιβολία, ήταν ένας θεός.
– Ένας θεός;
Αν το σκεφτείτε καλά, δεν μπορεί παρά να είναι θεός όποιος έχει φτάσει στο απόλυτο.
Ένα μεγάλο και επικίνδυνο λάθος μας είναι αυτό: να φανταζόμαστε ότι, για να γίνει κάποιος θεός, πρέπει να κατακτήσει απρόσιτες κορυφές με εξαιρετικά μέσα.
Όχι, φίλοι μου. Τίποτα έξω από εμάς, καμία εξύψωση. Με τα πιο κοινά και απλά μέσα, ένα σημείο μέσα μας, το σωστό, ακριβές σημείο, όπου θα φυτευτεί εκείνος ο μικρός σπόρος, που σταδιακά, αναπτύσσοντάς τον, θα γίνει ένας κόσμος.
Όλα είναι εδώ. Να μπορέσει κανείς να βρει μέσα του αυτό το σωστό σημείο, για να φυτέψει τον μικρό θεϊκό σπόρο που υπάρχει σε όλους και που θα μας κάνει κυρίαρχους ενός κόσμου.
Κανείς δεν το βρίσκει, γιατί το ψάχνουμε έξω από εμάς, σε εκείνο το λάθος που θέλει το απόλυτο να είναι ένα ύψος αξεπέραστο και να απαιτεί εξαιρετικά μέσα. Αποσπασμένοι από μάταιες αυταπάτες, παγιδευμένοι σε φιλόδοξες και εκκεντρικές ελπίδες, αποπροσανατολισμένοι ή ακόμα και στρεβλωμένοι από τεχνητές επιθυμίες, εκείνο το τίποτα, εκείνο το απειροελάχιστο σημείο, που είναι το πιο κοινό και απλό πράγμα στον κόσμο, μας διαφεύγει και δεν καταφέρνουμε ποτέ να το ανακαλύψουμε.
Αλλά εδώ είναι αυτός ο κύριος Τσουκαρέλο.
«Η ίδια η γλυκύτητα του ονόματός του», σκέφτηκα μέσα μου, «πρέπει να τον οδήγησε μια ωραία μέρα να τραγουδήσει, τόσο φυσικά, όπως κάνουν τα πουλιά. Βρήκε στη φωνή του μια ευχάριστη χροιά, και του ήταν αρκετό για να ξεχωρίσει χωρίς κόπο από τους άλλους. Ένας ψεύτικος θεός θα είχε αυτοανακηρυχθεί, χωρίς άλλο, περίφημος μελωδός. Αυτός, όχι. Στον κύριο Τσουκαρέλο, αληθινό θεό του κόσμου του –όπως είναι, όπως μπορεί να είναι, όπως πρέπει να είναι– αρκεί να ανακηρύξει τον εαυτό του διακεκριμένο μελωδό. Τίποτα περισσότερο. Δηλαδή, όσο ακριβώς χρειάζεται για να είναι ο εαυτός του, και όχι κάποιος άλλος».
Ήταν απόλυτα απαραίτητο να τον δω, να του μιλήσω εκείνο το βράδυ. Η παρουσία του, μια συζήτηση μαζί του, θα με επανέφεραν στην τάξη, θα μου έδιναν και πάλι ηρεμία και εμπιστοσύνη στη ζωή.
Μπήκα λοιπόν σε εκείνο το υπόγειο μουσικό καφενείο.
Χρειαζόταν να κατεβεί κανείς κάτω από την αίθουσα με τον πάγκο των ποτών, που διακρινόταν από το δρόμο.
Πολύ πιο κάτω.
Αλλά στο τέλος δεν με χάλασε καθόλου η ιδέα ότι έπρεπε να κατεβώ στα έγκατα της γης για να γνωρίσω τον άνθρωπο που είχε φτάσει στο απόλυτο. Μου φαινόταν μάλιστα απολύτως λογικό, σαν να μην μπορούσε να γίνει αλλιώς.
– Πόσο κάνει το εισιτήριο; – ρώτησα στο γκισέ.
– Καθίσματα ή πολυθρόνες;
– Υπάρχουν και πολυθρόνες;
– Βεβαίως, κύριε. Τρεις λιρέτες, συμπεριλαμβανομένης της εισόδου και, αν θέλετε, ένα ποτό.
Διστακτικά, κοίταξα τον υπεύθυνο εισιτηρίων, σαν να ήθελα να τον ρωτήσω:
«Όλα αυτά, με τον κ. Τσουκαρέλο;»
Ένας Θεός ξέρει τι συμπέρανε ο υπεύθυνος εισιτηρίων από το σαστισμένο βλέμμα μου, διότι προφανώς ο κ. Τσουκαρέλο ήταν γι’ αυτόν απλώς ένα ακόμη νούμερο στο πρόγραμμα: –
– Κανονικές τιμές, πρόσθεσε, σαν να ήθελε να κρατήσει ένα γεγονός στην οδυνηρή αβεβαιότητα στην οποία τον κρατούσε αιωρούμενο ο παράξενος τρόπος που τον κοιτούσα.
– Εντάξει, εντάξει, – απάντησα για να τον καθησυχάσω.
Έδωσα τις τρεις λιρέτες, πήρα το εισιτήριο και κατέβηκα δύο μακριές σκάλες.
Καθώς κατέβαινα, ένιωσα αμέσως ότι η γη έπαιρνε εκδίκηση για την παραβίαση της μήτρας της.
Το ότι αυτή η μήτρα έπρεπε να ανοίξει για την τυφλή και βουβή ανάπαυση των νεκρών, η γη μπορούσε να το ανεχτεί – αλλά το ότι έπρεπε να ανοίξει τόσο αισχρά, σε λοξές καμάρες, και μάλιστα τόσο προκλητικά, με το φως δύο ισχυρών λαμπτήρων να διαπερνά το σκοτάδι, με τη σιωπή να προσβάλλεται τόσο βέβηλα από φάλτσους ήχους, κρότους πιάτων, άσεμνα γέλια και χειροκροτήματα, αυτό όχι, αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει.
Και να η εκδίκησή της: παρά τις προσπάθειες του ιδιοκτήτη, το ηλεκτρικό φως, η μουσική και οι καθρέφτες, εκείνο το μουσικό καφενείο είχε τη σκληρή, ψυχρή ατμόσφαιρα ενός τάφου.
Οφείλω να ομολογήσω πως θα μου άρεσε πολύ να βρω εκεί κάτω, στις πολυθρόνες και τις καρέκλες, σοβαρούς και συγκεντρωμένους, με το καλό φαγητό τους μπροστά τους, ανέγγιχτο, καλυμμένο από σκόνη και με μερικές μικρές αράχνες στον αέρα, ένα πλήθος νεκρών, που είχαν φτάσει εκεί από υπόγειους διαδρόμους στο δικό τους μουσικό καφενείο, φορώντας μαύρα ρούχα, γυαλιστερά από την υγρασία, τσαλακωμένα και λερωμένα εδώ κι εκεί με λευκά στίγματα μούχλας.
Βρήκα κάτι χειρότερο. Νεκρούς εν αναμονή, υποψήφιους νεκρούς, λιγοστούς και καταπονημένους από μια απελπιστική θλίψη. Κάθε αβέβαιη κατάσταση είναι χειρότερη από κάθε κακή αλλά σίγουρη. Έφερναν στα χείλη τους το φλιτζάνι του καφέ, το ποτήρι της μπίρας, το ποτήρι της μέντας, με τη χειρονομία κάποιου που σκέφτεται:
«Αφού μου είναι ακόμα απαραίτητο να το πιω...».
Και κανείς δεν κοίταζε προς τη μικρή σκηνή, όπου μια σκελετωμένη ιταλίδα τραγουδίστρια νιαούριζε, πρώτα υψώνοντας τα χέρια της, σαν να προσπαθούσε να γαντζωθεί σε μια ψηλή νότα που δεν κατάφερνε να πιάσει, κι έπειτα χαμηλώνοντάς τα με μια εξαντλημένη χάρη.
Η φωνή αυτής της τραγουδίστριας και ο βρυχηθμός της μικρής ορχήστρας ασκούσαν μια φριχτή βία, έναν ανυπόφορο αποπροσανατολισμό, στη θλιβερή, απαρηγόρητη μοναξιά αυτών των ελάχιστων θαμώνων από μούμιες.
Αθόρυβα, σχεδόν στις μύτες των ποδιών, πλησίασα έναν σερβιτόρο και του έδειξα το εισιτήριό μου για να μου υποδείξει τη θέση μου.
– Καθίστε όπου θέλετε, – μου απάντησε ο σερβιτόρος. – Βλέπετε ότι δεν υπάρχει κανείς;
– Αλήθεια; Είναι έτσι κάθε βράδυ;
– Πάνω-κάτω…
– Δηλαδή, ο κύριος Τσουκαρέλο δεν προσελκύει κόσμο;
– Ποιος;
– Ο κύριος Τσουκαρέλο.
Ο σερβιτόρος κοίταξε το πρόγραμμα.
– Α, ναι, – είπε. – Όχι, κύριε, ποιον να προσελκύσει;
Αποκαρδιωμένος, πήρα θέση σε μια πολυθρόνα.
Η ιταλίδα τραγουδίστρια, αφού υποκλίθηκε στο κενό τρεις ή τέσσερις φορές, αποσύρθηκε στα παρασκήνια· η μικρή ορχήστρα σίγησε· ένα νεκρικό σιωπητήριο εγκαταστάθηκε στο υπόγειο καφενείο.
Μου ήρθε τότε, σαν σε μια έκλαμψη τρέλας, η παρόρμηση να αρχίσω να χτυπάω δυνατά τα χέρια μου, να σπάσω, να συντρίψω αυτή τη σιωπή, να κάνω αυτούς τους λιγοστούς, σιωπηλούς, καταθλιπτικούς θαμώνες, αυτούς τους επίδοξους νεκρούς να πεταχτούν τρομαγμένοι από τις θέσεις τους. Θα με περνούσαν για τρελό; Αλλά τι ήμουν; Αν καθόμουν εκεί για λίγο ακόμα, σε αυτό το υπόγειο κενό, μέσα σε αυτή τη σιωπή του θανάτου, δεν θα τρελαινόμουν στ’ αλήθεια;
Πνιγμένος, σηκώθηκα θορυβωδώς, με μια εκνευριστική επιθυμία να μιλήσω δυνατά, να φωνάξω, να ξεσπάσω σε κάποιον. Και καθώς ο σερβιτόρος με πλησίασε για να με ρωτήσει:
– Τι θα παραγγείλει ο κύριος;
– Τίποτα, – του απάντησα δυνατά. – Δεν παραγγέλνω τίποτα! Μου είπατε ότι ο κύριος Τσουκαρέλο δεν προσελκύει κανέναν; Να ξέρετε, λοιπόν, πως εμένα με τράβηξε εδώ!
Συνέβη ακριβώς αυτό που είχα φανταστεί. Όλοι, ακόμη και οι μουσικοί της μικρής ορχήστρας, γύρισαν ξαφνιασμένοι να με κοιτάξουν· αρκετοί ανασηκώθηκαν από τις θέσεις τους· ο σερβιτόρος, σχεδόν σαστισμένος, ψιθύρισε:
– Μα δεν είχα σκοπό να σας προσβάλω, κύριε…
– Όχι, όχι, – συνέχισα με περιφρόνηση και οργή. – Απλά για να το ξέρετε! Και πείτε το στον διευθυντή σας ή στον κύριο ιδιοκτήτη του καφενείου, που κάνει τέτοιες ωραίες επενδύσεις, στήνοντας εδώ, σε ένα υπόγειο, ένα καφενείο για να τρελάνει τους πελάτες του!
Τη στιγμή εκείνη, ένας άντρας με πλησίασε, αναστατωμένος, ωχρός σαν το πανί. Τον κοίταξα, συγκρατώντας τον σε κάποια απόσταση, και τον ρώτησα με υπεροπτικό ύφος:
– Εσείς είστε ο ιδιοκτήτης;
– Ο ιδιοκτήτης, στη διάθεσή σας.
– Α, μπράβο! Σας παρακαλώ να μου πείτε, όταν προσλάβατε τον κύριο Τσουκαρέλο, του είπατε πως το όνομά του θα εμφανιζόταν επάνω, στον δρόμο, σε εκείνη την πινακίδα που φωτίζεται κάτω από δύο ηλεκτρικές λάμπες;
Ο ιδιοκτήτης με κοίταξε αποσβολωμένος, ψέλλισε:
– Εγώ… στην πινακίδα… ο κύριος Τσουκαρέλο;… ναι, κύριε… έτσι συνηθίζεται…
– Α, έτσι συνηθίζεται; – είπα, με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο.
– Άρα ο κύριος Τσουκαρέλο το ήξερε; Το ήξερε και διαφήμιζε τα προσόντα του ως διακεκριμένος μελωδός!
Μάλιστα, κύριε, μόνος του. Αλλά δεν καταλαβαίνω...
- Βλέπω, φώναξα, βλέπω ότι δεν καταλαβαίνετε τίποτα! Με συγχωρείτε, τι είναι εκεί πάνω;
Έδειξα, λέγοντας αυτά, ψηλά, στον τοίχο απέναντι από τη σκηνή, έναν προβολέα για να φωτίζει τους καλλιτέχνες στην άκρη της σκηνής.
Με την ξαφνική εκτροπή, όλοι στην αίθουσα ξέσπασαν σε γέλια και σήκωσαν το κεφάλι τους για να κοιτάξουν εκεί που έδειχνα με αυστηρό βλέμμα. Πιο σαστισμένος από ποτέ, ο ιδιοκτήτης, κοίταξε κι εκείνος, και απάντησε:
– Ένας προβολέας…
– Α, ένας προβολέας; Και δεν σκέφτεστε να τον ανάψετε για να φωτίσετε με τον προβολέα έναν καλλιτέχνη σαν τον κύριο Τσουκαρέλο; Έναν καλλιτέχνη που χαρακτηρίζει τον εαυτό του διακεκριμένο μελωδό, γνωρίζοντας μάλιστα ότι το όνομά του θα εμφανιστεί ψηλά, στο δρόμο, σε εκείνη την πινακίδα που λάμπει από φως;
Μια νέα έκρηξη γέλιου υποδέχτηκε αυτά τα λόγια μου. Ο ιδιοκτήτης ταράχτηκε· η αρχική του έκπληξη μετατράπηκε σε εκνευρισμό, ίσως του πέρασε από το μυαλό η ιδέα ότι ήμουν πληρωμένος από τον κύριο Τσουκαρέλο για να παίξω αυτόν τον ρόλο· τινάχτηκε με οργή και είπε:
– Μα δεν έχω καμία υποχρέωση να σας δώσω λογαριασμό αν θα τον ανάψω ή όχι…
- Όχι, όχι, συγγνώμη, συγγνώμη, – τον διέκοψα αμέσως, προσπαθώντας να φανώ ευγενικός, – πρέπει να με σέβεστε ως πελάτη που προσελκύεται σαν πεταλούδα από το φως εκείνης της πινακίδας στο δρόμο, ένας πελάτης που εμπιστεύτηκε τον κύριο Τσουκαρέλο και προσδοκά μια χαρά, την οποία εσείς ούτε καν μπορείτε να φανταστείτε!
– Μα αυτό… – επιχείρησε να με διακόψει ο ιδιοκτήτης. Δεν του έδωσα χρόνο:
– Κι αυτό είναι για το δικό σας όφελος! Αγαπητέ κύριε, είμαστε σε ένα σε ένα μπουντρούμι, το γνωρίζετε καλά· μάλλον σε μια κατακόμβη! Δώστε εντολή να ανάψει ο προβολέας, και κάντε κάτι ακόμα, πάλι προς όφελός σας: προσκαλέστε όλους τους θαμώνες που χασμουριούνται επάνω, να κατεβούν εδώ κάτω, να ακούσουν τον κύριο Τσουκαρέλο! Δωρεάν, δεν έχει σημασία για μία νύχτα! Είναι πραγματική αθλιότητα να τραγουδά ένας διακεκριμένος μελωδός σαν αυτόν στις άδειες καρέκλες!
Όλες αυτές οι μούμιες των θαμώνων, που είχαν ήδη επανέλθει στη ζωή, χτύπησαν πανηγυρικά τα χέρια τους σε αυτή την απροσδόκητη πρότασή μου, επιδοκιμάζοντας χορωδιακά – ο ιδιοκτήτης με κοίταξε για μια στιγμή συνοφρυωμένος και σαστισμένος, μετά χαμογέλασε κι αυτός, άνοιξε τα χέρια του, υποκλίθηκε και έτρεξε να δώσει τις εντολές.
Λίγο αργότερα, η αίθουσα ήταν σχεδόν γεμάτη, θορυβώδης, γεμάτη ανυπομονησία για την υπόσχεση μιας ανέλπιστης απόλαυσης. Ο προβολέας απέναντι από τη σκηνή άρχισε να τσιτσιρίζει, να αστράφτει, να ανάβει· η μικρή ορχήστρα ξεκίνησε το πρελούδιο της πρώτης ρομάντσας, και ο κύριος Τσουκαρέλο, με φράκο, λευκή γραβάτα και λευκά γάντια, έκανε την εμφάνισή του, ακτινοβολώντας, με την υποδοχή ηχηρών χειροκροτημάτων.
Αχ, φίλοι μου, αν τον είχατε δει! Μικρόσωμος, με πρόσωπο που έμοιαζε λαξευμένο σε μοσχοσάπουνο, ροδαλό, με κάτι το τραγίσιο στα πλούσια, σγουρά, μαύρα μαλλιά του, και ακόμα και στη φωνή του, όταν άρχισε να κλαψουρίζει με πάθος.
Για μένα, η μεγαλύτερη, η πιο αδιάσειστη απόδειξη πως δεν είχα κάνει λάθος γι’ αυτόν, ήταν αυτή: ότι δεν έκανε καμία απολύτως προσπάθεια. Τόσο πολύ και τίποτα περισσότερο, τόσο στη φωνή όσο και στις κινήσεις και στα χαμόγελά του. Έδινε ό,τι μπορούσε, και ήξερε ακριβώς πόσο μπορούσε να δώσει. Στις παύσεις, έβγαζε τη γλώσσα του, χαμογελώντας, για να υγράνει τα χείλη του, και με χάρη τραβούσε με δύο δάχτυλα τις μανσέτες του από τα μανίκια.
Τέλειος!
Αλλά φυσικά κανείς από τους θεατές δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί αυτή την τελειότητα. Ένιωθα πως όλοι κρατούσαν την απογοήτευσή τους σε αναμονή, μια προσδοκία που αμφιταλαντευόταν από εμένα προς εκείνον, από εκείνον προς εμένα. Ευτυχώς, μια καλή τελική ψηλή νότα, έντεχνα σιγοτραγουδισμένη, ανέτρεψε την κατάσταση· έσπευσα να χειροκροτήσω με ενθουσιασμό, όλοι χειροκρότησαν μαζί μου, και ο κύριος Τσουκαρέλο βγήκε στη σκηνή δύο ή τρεις φορές για να ευχαριστήσει, υποκλινόμενος με το χέρι στο στήθος.
Αλλά καταλαβαίνετε, φίλοι μου, πως εκείνο το βράδυ, δεν με ένοιαζε τόσο να σώσω τον κύριο Τσουκαρέλο, όσο να σώσω το «απόλυτο». Το είχα απόλυτη ανάγκη! Και το έσωσα, παρ' όλα αυτά· θέλω να πω, παρ’ όλο που ο κύριος Τσουκαρέλο, μετά το θέαμα, με πλησίασε έξαλλος, σχεδόν με σηκωμένα χέρια στο πρόσωπό μου, ζητώντας μου εξηγήσεις για όσα είχα κάνει, για τον κίνδυνο στον οποίο τον είχα εκθέσει, για ένα πανηγυρικό φιάσκο, ακόμα και για την πιθανότητα να χάσει τη δουλειά του λόγω της απρεπούς μου συμπεριφοράς προς τον ιδιοκτήτη του καφενείου.
Δεν ήταν εύκολο να τον ηρεμήσω, αλλά τελικά τα κατάφερα· κι όχι μόνο αυτό, αλλά κατάφερα και να γίνουμε φίλοι. Τον πήρα μαζί μου για περισσότερο από μία ώρα στους έρημους δρόμους, και τον έβαλα σε ένα νυχτερινό καφενείο, ώστε να συνεχίσει, πίνοντας μια μπίρα, να μου μιλάει για τον εαυτό του, τη ζωή του, τις ελπίδες και τις επιθυμίες του.
Φαντάζεστε μήπως ότι μου είπε κάτι εξαιρετικό; Είστε πραγματικά ανόητοι! Μου είπε τα πιο προφανή, τα πιο κοινότοπα, τα πιο απλά πράγματα στον κόσμο, αυτά που θα μπορούσε να πει ένας άνθρωπος που είχε βρει μέσα του το σωστό σημείο, την απειροελάχιστη κουκκίδα όπου είχε φυτέψει το σπόρο που τον έκανε έναν ταπεινό θεό, άρχοντα του μικρού του κόσμου. Ήταν ικανοποιημένος και ευτυχισμένος με τα πάντα, ακόμα και με το να τραγουδά στις άδειες καρέκλες εκείνου του ζοφερού υπόγειου καφενείου. Γιατί μέσα σε εκείνη την τέλεια ισορροπία, που μπορεί να προσφέρει μόνο η απόλυτη ικανοποίηση του εαυτού, είχε καταλάβει ότι του ταίριαζε να είναι ένας μικρός επαρχιακός θεός, να φέρνει δηλαδή τη μετριοπαθή θεότητά του στα χωριά της επαρχίας· και του αρκούσε να μπορεί να λέει, για να ενισχύσει εκεί το κύρος του, πως είχε τραγουδήσει στη Ρώμη, σε ένα μουσικό καφενείο της Ρώμης· ποιο, δεν είχε σημασία.
Τη μεγαλύτερη απόδειξη της θεϊκής του υπόστασης, ωστόσο, μου την έδωσε μια σκιά, η οποία, μόλις βγήκαμε από το υπόγειο καφενείο, άρχισε να μας ακολουθεί από απόσταση για περισσότερο από μια ώρα στους έρημους δρόμους, η σκιά μιας δυστυχισμένης γυναίκας, την οποία μπόρεσα να διακρίνω καθαρά όταν, ανοίγοντας δειλά τη γυάλινη πόρτα του νυχτερινού καφενείου, σύρθηκε μέσα, δέκα λεπτά μετά από εμάς, και πήγε να κουρνιάσει σε μια γωνιά στο βάθος, ντυμένη με ένα ξεθωριασμένο και φθαρμένο μαύρο φόρεμα, και με ένα ξεφτισμένο καπέλο στολισμένο με ένα φτερό λυγισμένο από τη μία πλευρά – πάνω από τους καμπουριασμένους ώμους της, μια παλιά ξεφτισμένη μαντίλα – στα πόδια της, ένα ζευγάρι φθαρμένα ανδρικά παπούτσια.
Είχα παρατηρήσει ότι, καθώς προχωρούσαμε, ο Τσουκαρέλο, πότε πότε, γυρνούσε διακριτικά προς τα πίσω και της έριχνε μια ανήσυχη ματιά.
«Μα ναι, το ξέρω!» θα ήθελα να του πω, για να τον ανακουφίσω από εκείνη την ανησυχία. «Το ξέρω και είναι σωστό να είναι έτσι: μην νομίζετε πως με προσβάλλει που κρατάτε τη γυναίκα σας σε τέτοια απόσταση και που είναι τόσο εξαθλιωμένη».
Ήμουν σίγουρος ότι την κρατούσε κοντά του, όχι μόνο για να τον υπηρετεί σαν δούλα, αλλά και για να μετράει μαζί της την απόσταση που είχε διανύσει· και ήμουν εξίσου σίγουρος ότι κι εκείνη, χωρίς να βγάζει ούτε έναν αναστεναγμό, έκανε τα πάντα για να τον κρατά περιποιημένο, σαν αριστοκράτη.
Διαφωνείτε; Αφήστε με να σας επαναλάβω, φίλοι μου, ότι είστε πραγματικά ανόητοι. Να ξέρετε ότι, αφού συνόδευσα τον κύριο Τσουκαρέλο ώς το κατώφλι του ταπεινού πανδοχείου του, στην επιστροφή μου, μέσα στο πυκνό σκοτάδι του δρόμου, εκείνη η σκιά μού έκανε μια βαθύτατη υπόκλιση. Και δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ ότι ήταν σωστό να μου υποκλίνεται με αυτόν τον τρόπο, επειδή το ήθελε ο ίδιος ο Θεός μέσα της, στον οποίο μόλις τώρα είχα αποτίσει φόρο τιμής.
Πρώτη έκδοση: La Grande Illustrazione, Δεκέμβριος 1914, με τίτλο: “Zuccarello, distinto melodista”.
- THE BOOK'S JOURNAL - Τεύχος 163 - https://booksjournal.gr/pezografia/5436-tsoukarelo-diakekrimenos-melodos
- Λουίτζι Πιραντέλο
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Το επίγραμμα της Allia Potestas: ανάμεσα στη ρωμαϊκή αρετή και την ιδιωτική συγκίνηση
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
A Grief Observed (Παρατηρώντας το πένθος)
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές