Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου
Μια καταβύθιση στη μαγεία της λογοτεχνίας. Η Spem in Alium είναι το προσωπικό μου ιστολόγιο για αναγνώσεις, αναλύσεις και ερμηνείες, που εξερευνούν πρωτίστως την ουσία της αφήγησης στην αυθεντική λογοτεχνία, παλαιότερη αλλά και σύγχρονη.
Επιλεγμένα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Η αβίωτη ζωή ανάμεσα σε ψυχολογική εμπειρία και ελεγειακή αφήγηση: Έμμα Μποβαρύ και Άννα Kαρένινα
Η αβίωτη ζωή ανάμεσα σε ψυχολογική εμπειρία και ελεγειακή αφήγηση:
Έμμα Μποβαρύ και Άννα Kαρένινα
υπό το πρίσμα των Johnson - και Engelberg*
1. Δύο θεωρητικές προσεγγίσεις της «αβίωτης ζωής»
1.1 Η ψυχολογική διάσταση (Johnson & Ruhl, 2007)
Οι Robert Johnson και Jerry Ruhl, στο Living Your Unlived Life (2007), ορίζουν την αβίωτη ζωή ως το σύνολο «ουσιωδών πλευρών του εαυτού που δεν έχουν ενσωματωθεί επαρκώς στην εμπειρία μας» (1–2). Η αβίωτη ζωή εκδηλώνεται ως εσωτερικός μονόλογος δυνατοτήτων («θα μπορούσα», «ίσως να μπορούσα», «θα έπρεπε»), αίσθηση εκτροπής από τον αρχικό προσανατολισμό, ανεξήγητη θλίψη, αμφιβολία για τις επιλογές, υπόγεια αίσθηση ότι «χάσαμε τον στόχο». Η έμφαση εδώ βρίσκεται στην ψυχική μη ενσωμάτωση δυνατοτήτων, όχι κατ’ ανάγκην στη θεαματική αποτυχία. Πρόκειται για εμπειρία εσωτερικής διάστασης.
1.2 Η ελεγειακή–φιλοσοφική διάσταση (Engelberg, 1989)
Στο Elegiac Fictions (1989), ο Edward Engelberg, αντίθετα, εξετάζει πώς αυτή η εμπειρία αποκρυσταλλώνεται σε λογοτεχνικό μοτίβο, ιδίως σε ελεγειακές αφηγήσεις όπου το παρελθόν θρηνείται ως χαμένη δυνατότητα. Επίσης, διακρίνει τρεις βασικούς τύπους του μοτίβου:
Τύπος 1: Ναρκισσιστικοί χαρακτήρες.
Συνειδητοποιούν ότι η ζωή τους είναι κενή και σπαταλημένη· η διαπίστωση αυτή γεννά απόγνωση, πικρία και «ναρκισσιστική οργή» (όρος δανεισμένος από τον Heinz Kohut), που συχνά οδηγεί σε ευχή θανάτου (31).
Τύπος 2: Οι πενθούντες και οι μελαγχολικοί.
Εδώ κυριαρχεί η αναδίφηση χαμένων ευκαιριών. Οι «πενθούντες» θρηνούν πραγματική απώλεια. Οι «μελαγχολικοί» θρηνούν φανταστική ή δυνητική απώλεια, δηλαδή δυνατότητες που δεν πραγματώθηκαν (111). Η αβίωτη ζωή συνδέεται με νοσταλγία για αυτό που «θα μπορούσε να είχε υπάρξει».
Τύπος 3: Η στωική υπαρξιακή επιβίωση.
Χαρακτήρες που φθάνουν σε μια μορφή ύπαρξης χωρίς ελπίδα, χωρίς έντονη μεταμέλεια, χωρίς προσδοκία: «να υπάρχουν έως ότου ο χρόνος ολοκληρώσει την πορεία του» (207–209).
Ο Engelberg ενδιαφέρεται περισσότερο για τις φιλοσοφικές και ψυχολογικές προεκτάσεις - ναρκισσισμός, ressentiment, μελαγχολία - παρά για τις αφηγηματικές τεχνικές. Η «αβίωτη ζωή» σημαίνει κυρίως σπατάλη και κενότητα, αλλά, ιδίως στον δεύτερο τύπο, μπορεί να αγγίξει την έννοια της εναλλακτικής ζωής που δεν έζησε ποτέ ο χαρακτήρας.
Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι ανταγωνιστικές, είναι συμπληρωματικές. Οι Johnson και Ruhl περιγράφουν το ψυχικό βίωμα, ενώ ο Engelberg αναλύει τη μυθοπλαστική του μορφοποίηση. Με αυτό το διπλό πλαίσιο, οι μορφές της Έμμα Μποβαρύ και της Άννα Kαρένινα μπορούν να αναγνωσθούν όχι μόνο ως τραγικές ηρωίδες, αλλά ως δραματοποιήσεις της αβίωτης ζωής σε διαφορετικές εκδοχές.
2. Έμμα Μποβαρύ: η αβίωτη ζωή ως διάχυτη εσωτερική δυσαρέσκεια
2.1 Με βάση τους Johnson & Ruhl
Η Έμμα ενσαρκώνει με εντυπωσιακή ακρίβεια την περιγραφή των Johnson και Ruhl, αποτελεί σχεδόν παραδειγματική μορφή μη ψυχικής ενσωμάτωσης. Η βιωμένη ζωή της (γάμος, επαρχιακή ρουτίνα, κοινωνική μετριότητα) δεν συμφιλιώνεται ποτέ με τον εσωτερικό της ορίζοντα, διαμορφωμένο από ρομαντικές αναγνώσεις και φαντασιακές προσδοκίες. Η ζωή της διαπερνάται από μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου, νυχτερινές φαντασιώσεις, αμφισβήτηση της επιλογής του γάμου της, εσωτερικό μονόλογο του τύπου «αυτό δεν είναι αρκετό». Η αβίωτη ζωή, στην περίπτωσή της, δεν αφορά μόνο το τέλος της, αλλά ολόκληρη τη συνείδησή της. Βιώνει την καθημερινότητα ως ξένη προς τον «αληθινό» της εαυτό. Οι «ουσιώδεις πλευρές» της, η ανάγκη για ένταση, αισθητική πληρότητα, ρομαντική απόλυτη εμπειρία, δεν ενσωματώνονται ποτέ σταθερά στη ζωή της.
Η αίσθηση «( «θα μπορούσα», «ίσως να μπορούσα», «θα έπρεπε», διατρέχει τη συνείδησή της. Η θλίψη της δεν είναι στιγμιαία αλλά δομική.
2.2 Υπαγωγή στον Engelberg
Σύμφωνα με τον Engelberg, αυτή η εμπειρία οδηγεί σε ελεγειακή διάθεση. Η Έμμα δεν πενθεί απλώς μια χαμένη αγάπη, πενθεί μια ζωή που δεν συνέβη όπως την είχε φανταστεί. Το παρελθόν της - τα κοριτσίστικα όνειρα, τα αναγνώσματα - λειτουργεί ως χαμένη υπόσχεση. Ο πρόωρος θάνατός της προσθέτει και την κυριολεκτική διάσταση της αβίωτης ζωής: η δυνατότητα μετασχηματισμού παύει οριστικά.
Η Έμμα ανήκει πρωτίστως στον Τύπο 1 (ναρκισσιστικός).
Η απογοήτευσή της από τον Κάρολο (Charles Bovary), τους εραστές της και την κοινωνία μετατρέπεται σε πικρία και επιθετικότητα. Η αδυναμία του κόσμου να ανταποκριθεί στο ιδεώδες της γεννά μια μορφή ναρκισσιστικής οργής: ο κόσμος αποδεικνύεται ανεπαρκής έναντι της εσωτερικής της φαντασιακής εικόνας. Το δηλητηριώδες τέλος της λειτουργεί ως ακραία εκδοχή ευχής εξαφάνισης μπροστά στη διάψευση.
Δευτερευόντως, εντάσσεται και στον Τύπο 2 (μελαγχολικός), καθώς θρηνεί όχι τόσο ένα πραγματικό αντικείμενο όσο μια δυνατότητα ζωής που δεν υπήρξε ποτέ παρά ως φαντασιακή προβολή.
Δεν ανήκει στον Τύπο 3: δεν φθάνει σε στωική επιβίωση· η αντίδρασή της είναι εκρηκτική, όχι απονεκρωμένη.
3. Άννα Kαρένινα: η αβίωτη ζωή ως ρήξη και αναδρομική απώλεια
3.1 Με βάση τους Johnson & Ruhl
Η Άννα δεν βιώνει την ίδια διάχυτη ανικανοποίητη επιθυμία πριν από τη ρήξη της, βιώνει όμως διάσταση ανάμεσα σε κοινωνικό ρόλο και εσωτερική επιθυμία. Η αβίωτη ζωή της δεν εκκινεί από φαντασιακή ανεπάρκεια, αλλά από σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ασύμβατες ταυτότητες: την κοινωνικά εδραιωμένη σύζυγο και μητέρα, και το υποκείμενο που επιθυμεί απόλυτη συναισθηματική αλήθεια. Η απόφασή της να ακολουθήσει τον Βρόνσκι μοιάζει αρχικά με πράξη ενσωμάτωσης μιας καταπιεσμένης πλευράς του εαυτού. Ωστόσο, η κοινωνική απομόνωση και η σταδιακή διάβρωση της σχέσης μετατρέπουν την επιλογή αυτή σε νέα μορφή αποστέρησης. Η αβίωτη ζωή δεν παραμένει απλώς φαντασιακή· μετατρέπεται σε ριψοκίνδυνη πράξη.
Σταδιακά, όμως, αναδύεται η αίσθηση ότι η νέα ζωή δεν επιτυγχάνει την υπόσχεσή της. Η θλίψη και η ανασφάλεια δεν αφορούν μόνο την κοινωνική απομόνωση αλλά και τη φθορά του ίδιου του πάθους.
3.2 Υπαγωγή στον Engelberg
Εδώ ενεργοποιείται η διάσταση που περιγράφει ο Engelberg: η ευκαιρία εκπλήρωσης είτε κατευθύνεται προς μη βιώσιμη κατεύθυνση είτε καθίσταται αργά μη αναστρέψιμη. Η Άννα αρχίζει να πενθεί όχι μόνο το παρελθόν της, αλλά και το μέλλον που φαντάστηκε με τον Βρόνσκι. Η ελεγειακή της συνείδηση είναι πιο συγκεκριμένη από της Έμμα. Θρηνεί τον γιο της, την κοινωνική της υπόσταση, ακόμη και την ψυχική της ισορροπία. Το παρελθόν έχει κλείσει οριστικά και το μέλλον δεν προσφέρει διέξοδο.
Η Άννα ανήκει πρωτίστως στον Τύπο 2, με διπλή μορφή:
Ως «πενθούσα», θρηνεί την πραγματική απώλεια του γιου της και της κοινωνικής της θέσης.
Ως «μελαγχολική», θρηνεί την αδυναμία πραγμάτωσης της ζωής που υποσχέθηκε ο έρωτας.
Η αβίωτη ζωή εδώ δεν είναι απλώς φαντασιακή προβολή αλλά μετατρέπεται σε χαμένη εναλλακτική: η διαφορετική ζωή δοκιμάστηκε και απέτυχε.
Στο τέλος, η Άννα προσεγγίζει στιγμιαία τον Τύπο 1, καθώς η απελπισία της λαμβάνει ένταση αυτοκαταστροφική. Ωστόσο, η κινητήρια δύναμη δεν είναι καθαρή ναρκισσιστική οργή αλλά μελαγχολική διάλυση.
Δεν ανήκει στον Τύπο 3: δεν επιλέγει τη στωική επιβίωση.
4. Συγκριτική σύνθεση
Με βάση τους Johnson και Ruhl, η Έμμα ενσαρκώνει περισσότερο τη χρόνια αίσθηση ότι «η ζωή που ζω δεν είναι η ζωή που έπρεπε να ζω». Η Άννα ενσαρκώνει τη δραματική εκδοχή της ίδιας εμπειρίας: μια ριζική προσπάθεια να ζήσει «την αληθινή ζωή», η οποία όμως καταλήγει σε νέα αποστέρηση.
Με βάση τον Engelberg: Και οι δύο μορφές αποκτούν ελεγειακή διάσταση. Και οι δύο βιώνουν προσωπική αποστέρηση, εξάντληση, πικρία. Και στις δύο, ο θάνατος σφραγίζει κυριολεκτικά την αβίωτη ζωή.
Η βασική τους διαφορά έγκειται στο σημείο εκκίνησης: Η Έμμα ξεκινά από εσωτερική ανεπάρκεια και προσπαθεί να την καλύψει. Η Άννα ξεκινά από εξωτερική πληρότητα και τη διαρρηγνύει αναζητώντας εσωτερική αλήθεια.
Η Έμμα αποτελεί εντονότερο παράδειγμα του ναρκισσιστικού τύπου: η σύγκρουση με την πραγματικότητα παράγει οργή και επιθετική απόσυρση. Η Άννα ενσαρκώνει κατεξοχήν τον ελεγειακό–μελαγχολικό τύπο: βιώνει την απώλεια τόσο πραγματικών όσο και δυνητικών μορφών ζωής. Καμία από τις δύο δεν αντιστοιχεί στον τρίτο τύπο της στωικής επιβίωσης· αυτός θα ταίριαζε περισσότερο σε ύστερους νεωτερικούς χαρακτήρες (π.χ. Μπέκετ).
Έτσι, υπό το πρίσμα του Engelberg, η Έμμα προσεγγίζει περισσότερο τη σπαταλημένη, κενή ζωή που εκρήγνυται σε ναρκισσιστική οργή, ενώ η Άννα ενσαρκώνει την ελεγειακή αναδίφηση χαμένων και ανέφικτων δυνατοτήτων.
*ΑΒΙΩΤΗ ΖΩΗ: ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Robert Johnson and Jerry Ruhl begin their handbook Living Your Unlived Life: Coping with Unrealized Dreams and Fulfilling Your Purpose in the Second Half of Life (2007) - “What is unlived life?”:
[unlived life] includes all those essential aspects of you that have not been adequately integrated into your experience. We can hear the distant drumbeat of unlived life in the mutterings that go on in the back of our heads: “Woulda-coulda-shoulda.” Or in second-guessing our life choices. Or those late-night longings. The unexpected grief that arises seemingly out of nowhere. A sense that somehow we have missed the mark or failed to do something we were so sure we were supposed to do. Where did we go wrong, and what is this life that we find ourselves living, so different from what we set out to do? (1-2)
Η «αβίωτη ζωή» περιλαμβάνει όλες εκείνες τις ουσιώδεις πλευρές του εαυτού μας που δεν έχουν ενσωματωθεί επαρκώς στην εμπειρία μας. Μπορούμε να ακούσουμε τον μακρινό χτύπο του τυμπάνου της αβίωτης ζωής στους ψιθύρους που ηχούν στο πίσω μέρος του μυαλού μας: «θα μπορούσα - ίσως να μπορούσα - θα έπρεπε». Ή στην αμφισβήτηση των επιλογών της ζωής μας. Ή σε εκείνες τις νυχτερινές λαχτάρες. Στην απρόσμενη θλίψη που αναδύεται φαινομενικά από το πουθενά. Σε μια αίσθηση ότι κάπως χάσαμε τον στόχο ή δεν κάναμε κάτι που ήμασταν τόσο βέβαιοι πως έπρεπε να κάνουμε. Πού κάναμε λάθος και ποια είναι αυτή η ζωή που βρισκόμαστε να ζούμε, τόσο διαφορετική από εκείνη που είχαμε ξεκινήσει να ζήσουμε; (1–2)
Edward Engelberg, Elegiac Fictions: The Motif of the Unlived Life (1989):
[t]he unlived life may […] be literally unlived because the protagonist dies too young to have had a chance to live. Or, the opportunity of fulfillment has either been missing, headed in the wrong direction, or is too late now to undertake. These are merely sample variations; no rigid framework will work, nor should it. What unites all these figures is a sense of personal dispossession, loss, enervation, resentfulness, and a yearning for experiences encapsulated in a past – but a past that has shut its doors and is therefore elegized. (5)
Η «αβίωτη ζωή» μπορεί […] να είναι κυριολεκτικά αβίωτη, επειδή ο πρωταγωνιστής πεθαίνει πολύ νέος για να έχει προλάβει να ζήσει. Ή η ευκαιρία για εκπλήρωση είτε έλειπε, είτε κατευθύνθηκε προς τη λάθος κατεύθυνση, είτε είναι πλέον πολύ αργά για να την αναλάβει κανείς. Αυτές είναι απλώς ενδεικτικές παραλλαγές· κανένα άκαμπτο πλαίσιο δεν μπορεί να λειτουργήσει, ούτε και θα έπρεπε. Αυτό που ενώνει όλες αυτές τις μορφές είναι μια αίσθηση προσωπικής αποστέρησης, απώλειας, εξάντλησης, πικρίας και μια λαχτάρα για εμπειρίες συμπυκνωμένες σε ένα παρελθόν, αλλά σε ένα παρελθόν που έχει κλείσει τις πόρτες του και, γι’ αυτό, θρηνείται.
Lena Linne, Unlived Lives in English Literature - A Typological Study (2019, 17-19):
Παρά τη σύντομη αναφορά ότι η «αβίωτη ζωή» μπορεί να είναι «κυριολεκτικά αβίωτη» λόγω του πρόωρου θανάτου ενός χαρακτήρα, ο Ένγκελμπεργκ περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό που δηλώνει αμέσως μετά: οι χαρακτήρες διακατέχονται από δυσαρέσκεια, άγχος, απογοήτευση, απαισιοδοξία και παρόμοια αρνητικά συναισθήματα. Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, το επίκεντρο της μελέτης του Ένγκελμπεργκ βρίσκεται στις «ελεγειακές μυθοπλασίες», οι οποίες νοούνται ως αφηγήσεις που εστιάζουν στη μοναξιά, την κατάπτωση, την απόγνωση, το υπαρξιακό άγχος και τον θάνατο. Πρόκειται για «μια ιδιαίτερη εκδήλωση της σύγχρονης αίσθησης προσωπικής απώλειας και αποστέρησης, καθώς και ενός ειδικού είδους θλίψης που επικυρώνει την πεποίθηση ότι η ζωή κάποιου υπήρξε μια σειρά από χαμένες ευκαιρίες» (2). Ο πρωταγωνιστής των ελεγειακών μυθοπλασιών «κατασπαράσσει τον εαυτό του ή τους άλλους, λαχταρά αυτό που δεν υπάρχει, είναι γεμάτος μεταμέλεια για πράξεις που δεν έκανε ή αισθάνεται ότι το να τις κάνει τώρα είναι “πολύ αργά”· επιπλέον, αυτός ο τύπος χαρακτήρα βλέπει τη ζωή του ως σπαταλημένη, πράγματι ως αβίωτη»… αυτοί οι βαθιά δυστυχισμένοι χαρακτήρες δεν είναι ικανοποιημένοι με τη ζωή τους. Έχοντας επίγνωση των ευκαιριών που έχασαν, πεπεισμένοι ότι έχασαν τη ζωή στο σύνολό της, δυσανασχετούν με τη ζωή που ζουν, επειδή δεν τη βιώνουν στο έπακρο. Η πλειονότητα αυτών των κουρασμένων και απογοητευμένων χαρακτήρων δεν ασχολείται με το να φαντάζεται μια διαφορετική ζωή, αλλά με το να παραπονιέται για εκείνη που ζει. Η έλλειψη νοήματος, η απομόνωση, το μίσος προς τον εαυτό, το κενό και η μελαγχολία συγκαταλέγονται στα κυρίαρχα χαρακτηριστικά των (αβίωτων) ζωών τους. Αυτή η «έλλειψη νοήματος», επισημαίνει ο Ένγκελμπεργκ, «λαμβάνει πολλές μορφές, από την κοσμική αγωνία, με τις πολυάριθμες εκδηλώσεις της, έως τη διαπίστωση ότι η καθημερινή ζωή, μέσα στην επαναληπτική της κοινοτοπία, μας αφήνει ελάχιστα να αγκαλιάσουμε» (13).
Το Elegiac Fictions διακρίνει τρεις βασικούς τύπους αβίωτης ζωής.
Ο πρώτος τύπος περιλαμβάνει ναρκισσιστικούς χαρακτήρες. Συνειδητοποιώντας ότι η ζωή τους είναι κενή, σπαταλημένη, ανιαρή και ανυπόφορη, ορισμένοι από αυτούς, γεμάτοι απόγνωση, θυμό και πικρία, τείνουν να ξεσπούν σε «ναρκισσιστική οργή» (όρος που ο Ένγκελμπεργκ δανείζεται από τον Heinz Kohut) και στη συνέχεια να εύχονται να πεθάνουν (31).
Οι χαρακτήρες του δεύτερου τύπου απασχολούνται με τις ευκαιρίες που έχασαν και με πραγματικές αλλά και φανταστικές απώλειες που υπέστησαν. Οι «πενθούντες» ανάμεσά τους μεταμελούνται για την πραγματική απώλεια ενός προσώπου ή αντικειμένου, ενώ οι «μελαγχολικοί» για μια φανταστική: «Η πραγματική απώλεια ενεργοποιεί τη θλίψη για το αντικείμενο που χάθηκε· η απώλεια μιας δυνατότητας κινητοποιεί μια μαραζωμένη αίσθηση αποστέρησης: “Καλύτερα να έχεις αγαπήσει και να έχεις χάσει παρά να μην έχεις αγαπήσει ποτέ”» (111).
Τέλος, ο τρίτος τύπος του μοτίβου παρουσιάζει χαρακτήρες που καταλήγουν σε «μια κάποιου είδους στωική αίσθηση υπαρξιακής επιβίωσης: το “Δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω” του Μπέκετ» (207). Αυτοί οι χαρακτήρες έχουν μάθει «απλώς να υπάρχουν έως ότου ο χρόνος ολοκληρώσει την πορεία του· να υπάρχουν χωρίς πολλές διαμαρτυρίες, χωρίς μεταμέλεια, χωρίς ελπίδα» (209).
Ο Ένγκελμπεργκ ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις φιλοσοφικές και ψυχολογικές προεκτάσεις αυτού που αποκαλεί «αβίωτη ζωή». Μεταξύ άλλων, συνδέει τις κενές και άσκοπες ζωές στις οποίες εστιάζει με έννοιες όπως ο ναρκισσισμός, το ressentiment και η μελαγχολία, δίνοντας κατά καιρούς μεγαλύτερη προσοχή στις συναφείς αυτές έννοιες παρά στη λογοτεχνική πραγμάτωση του ίδιου του μοτίβου. Το ενδιαφέρον του στρέφεται στις κοσμοθεωρίες που προβάλλονται στις ελεγειακές μυθοπλασίες… η «αβίωτη ζωή» αναφέρεται κυρίως στη σπατάλη και το κενό της πραγματικής ζωής ενός χαρακτήρα. Ωστόσο, ιδίως όταν τίθεται σε λειτουργία η δεύτερη εκδοχή του μοτίβου, η «αβίωτη ζωή» μπορεί επίσης να σχετίζεται με τη νοσταλγική περισυλλογή ενός χαρακτήρα πάνω σε χαμένες ευκαιρίες και με τον ένθερμο πόθο για αυτό που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Δημοφιλείς αναρτήσεις
Το επίγραμμα της Allia Potestas: ανάμεσα στη ρωμαϊκή αρετή και την ιδιωτική συγκίνηση
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
A Grief Observed (Παρατηρώντας το πένθος)
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

