Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs. Λογοτεχνία

      ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs . Λογοτεχνία   Ποταπότητα: η ιδιότητα του ποταπού, ευτέλεια, μηδαμινότητα, προστυχιά (ποταπότητα συμπεριφοράς   ( LSJ ) Με τη λ. εννοείται μια χαμηλή ηθική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση, κατάλληλη για να περιγράψει πράξεις ή χαρακτήρες που στερούνται αξιοπρέπειας, μεγαλείου ή ηθικής ανωτερότητας. Κατά περίπτωση εντοπίζει κανείς στην τρέχουσα γλώσσα μέγα αριθμό συνωνύμων, πολλαπλών αποχρώσεων και διαβαθμίσεων, όπως αισχρότητα, αχρειότητα, κακία, μικρότητα, μικροπρέπεια και μικρόνοια, αναίδεια, θρασύτητα, και τέλος, χαμέρπεια και σκατοψυχιά. Social Media Η ποταπότητα ως «ύφος» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης Η ποταπότητα σήμερα δεν χρειάζεται καν να κρυφτεί, αφού έχει κανονικοποιηθεί και επιβραβευτεί και,  το κυριότερο, έχει μετατραπεί σε κοινωνική δεξιότητα. Στα κοινωνικά δίκτυα η ποταπότητα μάλιστα εμφανίζεται ως επικοινωνιακή αρετή, για παράδειγμα, η ειρωνεία χωρίς σκέψη προβάλλετα...

Leonardo Sciascia, A ciascuno il suo

 

 

 
-Δεν βγαίνετε ποτέ από το σπίτι;
-Ποτέ, εδώ κι αρκετά χρόνια. Σε μια στιγμή της ζωής μου έκανα πολύ ακριβείς υπολογισμούς: ότι αν βγω από το σπίτι για να βρω την παρέα ενός έξυπνου ανθρώπου, ενός έντιμου ανθρώπου, βρίσκομαι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να συναντήσω, κατά μέσο όρο, δώδεκα κλέφτες και επτά ηλίθιους, έτοιμους να μου εκθέσουν τις απόψεις τους για την ανθρωπότητα, την κυβέρνηση, τη δημοτική διοίκηση, τον Μοράβια… Σας φαίνεται ότι αξίζει τον κόπο;»
[…]
-Ωραία βιβλιοθήκη είπε ο Λαουρεάνα.
-Μα να σας πω, μου συμβαίνει κι εδώ μέσα ακόμα, να συναντώ κλέφτες και ηλίθιους. Μιλώ για συγγραφείς να εξηγούμαστε, όχι για κοινούς ανθρώπους. Όμως με δαύτους ξεμπλέκω εύκολα. Τα επιστρέφω στο βιβλιοπώλη, ή τα δωρίζω στον πρώτο ηλίθιο που μ’ επισκέπτεται..
-Ακόμη και κλεισμένος στο σπίτι, λοιπόν, δεν μπορείτε ν’ αποφύγετε τους ηλίθιους.
-Όχι δεν μπορώ. Μα εδώ μέσα είναι διαφορετικά. Νιώθω περσότερο σίγουρος και ασφαλής, πώς να το πω, τους έχω δίπλα μου κι όμως είναι μακριά μου, όπως συμβαίνει στο θέατρο. Μέχρι που διασκεδάζω κιόλας. Μπορώ να σας πω ότι από δω όλα όσα συμβαίνουν στο χωριό τα παρακολουθώ σαν να βρίσκομαι σε μια θεατρική αίθουσα όπου παίζεται ένα έργο που είναι τραγωδία και κωμωδία μαζί, γάμοι, κηδείες, καυγάδες, άλλοι που φεύγουν, άλλοι που έρχονται. Ξέρω τα πάντα, νιώθω τα πάντα. Το κάθε γεγονός φτάνει ως εδώ και μάλιστα αντηχώντας δυνατά…
Leonardo Sciascia, “A ciascuno il suo” (1966) [ελλ. μετάφραση, «Ο καθένας με το νόμο του» – εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος (1989) και «Στον καθένα αυτό που του αξίζει», εκδόσεις Καστανιώτη (1999).
Στη Σικελία της δεκαετίας του 1960, μια μικρή επαρχιακή κοινότητα συγκλονίζεται από ένα διπλό έγκλημα: ο τοπικός φαρμακοποιός και ένας φίλος του βρίσκονται νεκροί. Αν και οι κάτοικοι καταλαβαίνουν πως πρόκειται για χτύπημα της Μαφίας, τηρούν σιωπή. Η ομερτά, ο άγραφος νόμος φόβου και συνενοχής, καλύπτει τους πάντες. Οι αρχές κλείνουν την υπόθεση χωρίς πραγματική έρευνα.
Μόνο ο Πάολο Λαουρεάνα, καθηγητής λυκείου, κινείται από περιέργεια και αίσθημα δικαιοσύνης. Ξεκινά να ερευνά την υπόθεση, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει τα κίνητρα του εγκλήματος. Η επιμονή του, καθώς και ο κρυφός έρωτάς του για τη χήρα ενός από τα θύματα, τον κάνει να προχωρήσει βαθύτερα απ’ όσο επιτρέπεται σε μια κοινωνία όπου η εξουσία, η διαφθορά και η Μαφία είναι άρρηκτα δεμένες.
Καθώς η έρευνα ξετυλίγεται, ο Λαουρεάνα πλησιάζει επικίνδυνα σε υψηλά ιστάμενα πρόσωπα και αρχίζει να κατανοεί το πραγματικό μέγεθος του εγκλήματος: πίσω από τους φόνους κρύβονται σκοτεινές πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες, όπου η δικαιοσύνη είναι απλώς μια λέξη χωρίς αξία.
Η επιμονή του όμως θα αποβεί μοιραία. Η ομερτά και η παντοδυναμία της Μαφίας θα κλείσουν τελικά και το δικό του στόμα. Πέφτει θύμα οδηγούμενος σε ενέδρα, δολοφονείται σε μια ερημιά, μέρος της «δικαιοσύνης» που επιβάλλεται με την κάννη μιας καραμπίνας. Η τελευταία φράση του μυθιστορήματος, «Ήταν ένας ηλίθιος», σχολιάζει πικρά το τίμημα της αλήθειας σε μια κοινωνία όπου όποιος αμφισβητεί το σύστημα θεωρείται αφελής. Ο θάνατος του Πάολο Λαουρεάνα δεν παρουσιάζεται απλώς ως η ήττα ενός ανθρώπου απέναντι στη Μαφία· λειτουργεί ως ηθική ειρωνεία: ο μόνος που προσπάθησε να δει πέρα από το προφανές, ο μοναδικός που ενδιαφέρθηκε για την αλήθεια, εκτελείται σαν να ήταν αυτός το πρόβλημα.
Στον κόσμο του Σάσα, η αλήθεια δεν είναι μόνο επικίνδυνη, είναι ανεπιθύμητη. Ο Λαουρεάνα, ένας άνθρωπος χωρίς πολιτικές φιλοδοξίες και χωρίς ουσιαστική κοινωνική ισχύ, γίνεται απειλή απλώς και μόνο επειδή αρνείται να υιοθετήσει τη σιωπή των άλλων. Ο χαρακτηρισμός -ηλίθιος- λειτουργεί και ως κριτική της εξουσίας του λόγου: η Σικελική κοινωνία ορίζει ποιος θεωρείται «λογικός», και λογικός θεωρείται μόνο όποιος συμβαδίζει με την ομερτά. Ο Λαουρεάνα, με την ηθική του υπερβατικότητα, δεν χωρά στο πλαίσιο. Απορρίπτεται.

Δημοφιλείς αναρτήσεις