Υπάρχουν πρωινά στη λογοτεχνία όπου ο αέρας μοιάζει να πάλλεται πριν ακόμη συμβεί οτιδήποτε κι ένα τέτοιο πρωινό ανοίγει τον κόσμο της Κλαρίσα Ντάλογουεϋ. Η έξοδός της για λουλούδια, ένα γεγονός ασήμαντο με την πρώτη ματιά, γίνεται ο άξονας γύρω από τον οποίο η Βιρτζίνια Γουλφ πλέκει μια ολόκληρη ημέρα, γεμάτη υποδόριες εντάσεις και λεπτές δονήσεις μνήμης. Το Λονδίνο δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό· ανασαίνει και σφύζει, σαν να συμμερίζεται τις σκέψεις των ανθρώπων που κινούνται μέσα του.
Η αφήγηση δεν ακολουθεί ευθείες γραμμές. Οι συνειδήσεις ανοίγουν σαν παράθυρα, και μέσα από αυτές περνά ο χρόνος, μερικές φορές απαλά, άλλες φορές σαν ρεύμα που παρασύρει ό,τι βρει μπροστά του. Η Κλαρίσα, ο Πίτερ, η Σάλι, η νεαρή Ελίζαμπεθ, ακόμη και περαστικοί που η ζωή δεν θα σταθεί ποτέ ξανά απέναντί τους, υφαίνουν ένα πολύχρωμο υφαντό εμπειριών. Δεν υπάρχει ήρωας μοναχικός εδώ· κάθε ψυχή λειτουργεί ως αντανάκλαση μιας άλλης.
Κάτω από αυτή την πολυφωνία κυλά μια πιο σκοτεινή ανησυχία. Η Κλαρίσα προετοιμάζει το βραδινό της πάρτι με τακτοποιημένη επιμέλεια, μα ο ζήλος της μοιάζει να κρύβει κάτι: μια αμφιβολία για τις αποφάσεις που σημάδεψαν τη ζωή της. Στιγμές από το παρελθόν τη διαπερνούν σαν ανεπαίσθητες λάμψεις, όχι για να τη ματαιώσουν, αλλά για να της θυμίσουν πόσο εύθραυστες είναι οι διαδρομές που επιλέγουμε.
Αντίκρυ στο φωτεινό της κόσμο βρίσκεται ο Σέπτιμους Γουόρεν Σμιθ, ένας άνθρωπος που φέρει μέσα του το βουβό βάρος του τραύματος. Η Γουλφ δίνει στη σκέψη του έναν ρυθμό σπασμωδικό και τρομακτικά ειλικρινή, αποκαλύπτοντας πώς ο ψυχικός πόνος μπορεί να γίνει ένας ολόκληρος λαβύρινθος. Μέσα από εκείνον, η πόλη αλλάζει όψη· από τόπος δημιουργικής ζωντάνιας γίνεται σκηνή όπου η κοινωνία αδυνατεί να ακούσει τις ρωγμές των ανθρώπων της.
Καθώς η ημέρα πλησιάζει προς το τέλος, η αίσθηση μιας αόρατης κορύφωσης δυναμώνει. Στιγμές φευγαλέες—ένα βλέμμα, ένα χρώμα, ένας ήχος, παίρνουν ξαφνικά βάρος. Η αφήγηση χτίζει μια αγωνία όχι από πράξεις αλλά από λεπτομέρειες που περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Είναι σαν η πόλη να συντονίζεται με τους ήρωες, να συγκρατεί κάτι που μόλις και μετά βίας μπορεί να ειπωθεί.
Το πάρτι που ακολουθεί μοιάζει να φωτίζεται από μια παράξενη διαύγεια. Κάθε κουβέντα, κάθε επανεμφάνιση κάποιου γνωστού από παλιά, φέρει το ίχνος μιας αλήθειας που δεν χρειάζεται να ειπωθεί για να γίνει αισθητή. Η παρουσία του Σέπτιμους διαχέεται αθόρυβα στο δωμάτιο, δίνοντας στη βραδιά μια βαρύτητα που δεν επιβάλλεται αλλά υπονοείται. Η Κλαρίσα αντιλαμβάνεται πως η ζωή είναι ένας συνδυασμός από αστραπιαίες αποκαλύψεις και σιωπηλές χασμωδίες και πως αυτά τα δύο δεν είναι ποτέ εντελώς ξένα μεταξύ τους.
Στο τέλος μένει ένα συναίσθημα προσωπικής εγγύτητας. Η Γουλφ δείχνει ότι κάθε άνθρωπος κουβαλά μέσα του έναν ολόκληρο κόσμο, συχνά αθέατο, αλλά υπαρκτό, και ότι μια μόνο ημέρα μπορεί να αποκαλύψει την ανεξάντλητη πολυπλοκότητα της ύπαρξης. Η μαγεία του μυθιστορήματος Mrs Dalloway έγκειται στο ότι αναδεικνύει το ασήμαντο ως φορέα νοήματος και το καθημερινό ως χώρο όπου οι πιο λεπτές μεταπτώσεις της ζωής καθρεφτίζονται με συγκινητική ακρίβεια. Η συγγραφέας με αφηγηματική πρωτοτυπία υποβάλλει την αίσθηση ότι η κατανόηση του εαυτού δεν προκύπτει από εξαιρετικά γεγονότα, αλλά από στιγμιαίες λάμψεις που εμφανίζονται και σβήνουν με την ίδια ταχύτητα που γεννιούνται. Έτσι, μια ημέρα μπορεί να λειτουργήσει ως μικρογραφία της ύπαρξης: εύθραυστη, ρευστή και ταυτόχρονα αποκαλυπτική.