Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs. Λογοτεχνία

      ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs . Λογοτεχνία   Ποταπότητα: η ιδιότητα του ποταπού, ευτέλεια, μηδαμινότητα, προστυχιά (ποταπότητα συμπεριφοράς   ( LSJ ) Με τη λ. εννοείται μια χαμηλή ηθική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση, κατάλληλη για να περιγράψει πράξεις ή χαρακτήρες που στερούνται αξιοπρέπειας, μεγαλείου ή ηθικής ανωτερότητας. Κατά περίπτωση εντοπίζει κανείς στην τρέχουσα γλώσσα μέγα αριθμό συνωνύμων, πολλαπλών αποχρώσεων και διαβαθμίσεων, όπως αισχρότητα, αχρειότητα, κακία, μικρότητα, μικροπρέπεια και μικρόνοια, αναίδεια, θρασύτητα, και τέλος, χαμέρπεια και σκατοψυχιά. Social Media Η ποταπότητα ως «ύφος» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης Η ποταπότητα σήμερα δεν χρειάζεται καν να κρυφτεί, αφού έχει κανονικοποιηθεί και επιβραβευτεί και,  το κυριότερο, έχει μετατραπεί σε κοινωνική δεξιότητα. Στα κοινωνικά δίκτυα η ποταπότητα μάλιστα εμφανίζεται ως επικοινωνιακή αρετή, για παράδειγμα, η ειρωνεία χωρίς σκέψη προβάλλετα...

Σιωπηλές Τροχιές

 


 

Υπάρχουν σχέσεις που γεννιούνται από τη διάρκεια, από την επανάληψη μιας παρουσίας μέσα στο ίδιο τετράγωνο φωτός, στο ίδιο παγκάκι, στο ίδιο πέρασμα της ημέρας. Δύο άνθρωποι συναντιούνται σχεδόν τυχαία και, χωρίς να το ομολογήσουν ποτέ, υφαίνουν ανάμεσά τους ένα νήμα πιο λεπτό κι από ανάσα.

Μια τέτοια εγγύτητα θυμίζει τη σιωπηλή προσήλωση του αφηγητή στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο του Προυστ, όπου ένα πρόσωπο στο σαλόνι αρκεί για να μεταμορφώσει ολόκληρο το τοπίο της σκέψης. Το βλέμμα γίνεται χώρος παραμονής, κάθε μικρή κίνηση αποκτά διάρκεια μεγαλύτερη από τον χρόνο που τη γέννησε.

Στον Μεγάλο Γκάτσμπυ του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, το πράσινο φως στην αποβάθρα λειτουργεί σαν σημείο συμπύκνωσης μιας σιωπηλής προσδοκίας. Η απόσταση αποκτά σχεδόν υλική υπόσταση, η μακρινή λάμψη συγκεντρώνει μέσα της μια ολόκληρη ζωή που κυοφορείται στη φαντασία.

Στο παγωμένο τοπίο της Χώρας του Χιονιού του Yasunari Kawabata, στο εναρκτήριο μέρος της πλοκής, πριν ακόμη ο Σιμαμούρα φτάσει στον σταθμό του χιονισμένου τόπου, ένα πρόσωπο που καθρεφτίζεται στο παράθυρο του τρένου γεννά έναν διάλογο χωρίς φωνή. Η αντανάκλαση, σχεδόν άυλη, μεταφέρει περισσότερη ένταση από μια εκτενή εξομολόγηση.  Το γυαλί γίνεται ταυτόχρονα σύνορο και σκηνή, πίσω του απλώνεται η νύχτα, μπροστά του αιωρείται το είδωλο, σαν να ανήκει σε έναν ενδιάμεσο κόσμο. Ο παρατηρητής δεν αγγίζει, παραμένει ακίνητος, σχεδόν ευλαβικός, ενώ η εικόνα πάλλεται ελαφρά με την κίνηση του συρμού. Η αντανάκλαση, σχεδόν άυλη, μεταφέρει ένταση που διαχέεται αθόρυβα σε όλο το τοπίο. Το βλέμμα δεν συναντά απλώς ένα πρόσωπο, μάλλον μια απόσταση που το εξευγενίζει. Μέσα σε αυτή τη διαφάνεια, η παραμικρή σκιά στο βλέφαρο, η πιο ανεπαίσθητη μετατόπιση του φωτός στα μάγουλα, αποκτά τη βαρύτητα αποκάλυψης. Το τρένο προχωρά, το χιόνι απλώνεται αδιάφορο, κι όμως εκεί, πάνω στο ψυχρό γυαλί, συντελείται μια μυστική ανταλλαγή, η γέννηση μιας οικειότητας που ζει ολόκληρη μέσα στο βλέμμα.

Ακόμη και στο θεατρικό σύμπαν του Άντον Τσέχωφ, όπως στον Βυσσινόκηπο, οι παύσεις μιλούν με τρόπο που καμία εξήγηση δεν θα μπορούσε να συλλάβει. Οι ήρωες στέκονται στον ίδιο χώρο, μοιράζονται τον ίδιο αέρα, και μέσα στις σιωπές τους διασταυρώνονται επιθυμίες, τύψεις, αναμνήσεις. Το ανείπωτο κυκλοφορεί σαν ρεύμα κάτω από το δάπεδο της σκηνής.

Και βέβαια, στον Θάνατο στη Βενετία του Tόμας Μαν, η παρατήρηση μετατρέπεται σε πεπρωμένο. Ο Άσενμπαχ παρακολουθεί τον Τάτζιο με μια προσήλωση σχεδόν τελετουργική· κάθε εμφάνιση του νεαρού στην παραλία μοιάζει με αποκάλυψη. Η απόσταση ανάμεσά τους συντηρεί μια εύθραυστη ισορροπία, όπου η επιθυμία τρέφεται από το άγγιγμα που δεν συμβαίνει. Η σιωπηλή αυτή τροχιά, επαναλαμβανόμενη καθημερινά, αποκτά τη βαρύτητα μιας εσωτερικής μοίρας.

Στην Αισθηματική Αγωγή του Φλωμπέρ, ο Φρεντερίκ συναντά τη Μαντάμ Αρνού πρώτα μέσα από μια λάμψη εντύπωσης, ένα βλέμμα πάνω στο κατάστρωμα ενός πλοίου αρκεί για να εγκατασταθεί μια ολόκληρη αφήγηση ζωής. Η μορφή της τον συνοδεύει για χρόνια, επανεμφανιζόμενη σε σαλόνια και δρόμους του Παρισιού, κάθε φορά φορτισμένη με τις προβολές και τις αναβολές του. Η επικοινωνία τους διαμορφώνεται μέσα από βλέμματα που παρατείνονται, από συναντήσεις όπου η ουσία βρίσκεται στο υπόγειο ρεύμα και όχι στις φράσεις που ανταλλάσσονται.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η επικοινωνία αναπτύσσεται ως μια λεπτή ανταλλαγή προσοχής. Ο ένας γίνεται για τον άλλον καθρέφτης και ορίζοντας μαζί. Η κλίση του κεφαλιού, ο ρυθμός του βήματος, η συνήθεια να σταματά για ένα δευτερόλεπτο πριν στρίψει, τέτοιες μικρές λεπτομέρειες αποκτούν ένταση δυσανάλογη της κίνησής τους. Η απόσταση λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός, προσφέροντας χώρο στη φαντασία να εργαστεί.

Όταν η συνήθεια διακόπτεται, ο χώρος αλλάζει υφή. Η απουσία βαραίνει σαν αντικείμενο που μετακινήθηκε αθόρυβα από το δωμάτιο. Τότε αποκαλύπτεται πόσο βαθιά είχε ριζώσει αυτή η άφωνη συμφωνία. Ένα βλέμμα που επαναλαμβανόταν καθημερινά είχε ήδη καταλάβει θέση μέσα στη μνήμη, είχε οργανώσει τον χρόνο γύρω του.

Το βλέμμα μπορεί να αποτελέσει έναν τρόπο γνώσης που δεν χρειάζεται επιβεβαίωση για να υπάρξει. Κρατά μέσα του την ένταση της δυνατότητας, τη γοητεία της προσδοκίας, τη λεπτή συγκίνηση της αναγνώρισης. Έτσι, δύο άνθρωποι συνυπάρχουν στο ίδιο κομμάτι του κόσμου, μετατρέποντας τη σιωπή σε έναν ιδιωτικό, αθέατο διάλογο που αντηχεί πολύ πέρα από τη στιγμή της συνάντησης.

 

 


Δημοφιλείς αναρτήσεις