Μια παράξενη σύμπτωση
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΠΕΡΙ ΟΥ
Δημήτρης Μποσνάκης: Μια παράξενη σύμπτωση
Mε αφορμή τη δολοφονία του κήρυκα του MAGA, Τσάρλι Κερκ και την παράδοση του δολοφόνου Τάιλερ Τζέιμς Ρόμπινσον κατόπιν υποδείξεως του πατέρα του στο Σεντ Τζορτζ στη Γιούτα (St. George, Utah), ανακάλεσα στη μνήμη μου ένα ερεθιστικό κατά τη γνώμη μου βιβλίο, που έτυχε και διάβασα το 2024 στη Ματέρα, όπου πέρασα ένα διάστημα ως επισκέπτης καθηγητής, αυτό του παραγνωρισμένου στην εποχή του Αμερικανού πολιτικού επιστήμονα Edward C. Banfield, The Moral Basis of a Backward Society (1958), όπου εισηγείται την έννοια του «αμοραλιστικού οικογενειοκεντρισμού» (amoral familism). Αυτό που με ώθησε να επιστρέψω σήμερα στο βιβλίο είναι το γεγονός ότι το Σεντ Τζορτζ παρουσιάζεται στην μελέτη του ως το κατ’ εξοχήν παράδειγμα όπου κυριαρχούν οι αυθεντικές θεμελιώδεις αξίες των Αμερικανών, και ιδίως εκείνη της civicness, δηλαδή της πολιτικής συνείδησης, της αίσθησης ευθύνης και της δημοκρατικής συμμετοχής. Αυτή την μικρή αμερικανική πόλη αντιπαραβάλλει ο Banfield,ως τον αντίθετο ηθικό πόλο, με το Montegrano της Νότιας Ιταλίας, όπου εντόπισε και την κυρίαρχη ιδεολογία του νοτίων Ιταλών που ονόμασε «αμοραλιστικός οικογενειοκεντρισμός». Το χωριό ήταν στην πραγματικότητα το Chiaromonte (PZ-Basilicata), αλλά στη «κοινωνιολογική φαντασία» έγινε το Montegrano. Θυμίζω ότι την υπανάπτυκτη και δεισιδαιμονική κοινωνία των μικρών χωριών της περιοχής, άλλοτε γνωστής ως Λευκανίας/Λουκανίας, περιέγραψε μοναδικά (αλλά και αποτύπωσε εικαστικά) ο εξόριστος (από το 1935 έως το 1936 στο Grassano και το Aliano) από το φασιστικό καθεστώς Carlo Levi στο διάσημο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι (1945).
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, ο Banfield έφτασε στο Chiaromonte και εγκαταστάθηκε εκεί με τη σύζυγό του και τα παιδιά του για ένα διάστημα εννέα μηνών. Ο Banfield στην επιτόπια έρευνά του εργάστηκε διεξοδικά με τα τυπικά εργαλεία των «πεδίων» έρευνας της κοινωνιολογίας (ερωτηματολόγια, τεστ, πίνακες κ.λπ.), ενώ, όπως προκύπτει εμφανώς από την οπτική θεώρησή του, η πολιτική σκέψη του διαπνεόταν από τις σαφείς και διακριτές ιδέες του Tocqueville στο έργο του «Η Δημοκρατία στην Αμερική (1835)».
Στο απομονωμένο χωριό Montegrano (alias Chiaromonte) της Νότιας Ιταλίας διαπίστωσε λοιπόν ότι η τοπική κοινότητα ήταν υπανάπτυκτη, κυρίως επειδή οι κάτοικοι επέλεγαν συστηματικά να θυσιάζουν κάθε συλλογικό ή κοινό όφελος στο όνομα του στενού οικογενειακού συμφέροντος. Σύμφωνα με τον Banfield, οι χωρικοί ήταν μόνιμα καχύποπτοι και φθονεροί μεταξύ τους, αρνούμενοι να συνεργαστούν για κοινά έργα ή κοινούς στόχους. Με άλλα λόγια, δεν διέθεταν το απαραίτητο «κοινωνικό κεφάλαιο», δηλαδή τις συνήθειες, τους κανόνες και τα δίκτυα εμπιστοσύνης, για να εργαστούν μαζί υπέρ του κοινού αγαθού.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το κυρίαρχο ηθικό αξίωμα ήταν: μεγιστοποιήστε το βραχυπρόθεσμο υλικό όφελος της πυρηνικής οικογένειας και υποθέστε ότι και όλοι οι άλλοι θα κάνουν το ίδιο. Δηλαδή, ο καθένας θεωρούσε αυτονόητο ότι πρέπει να εξασφαλίσει μόνο το συμφέρον της δικής του οικογένειας, ενώ οι έννοιες της τιμιότητας ή της κοινής ωφέλειας ήταν πρακτικά ανύπαρκτες. Αυτή η στάση εν ολίγοις σήμαινε ότι κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα συλλογικά προβλήματα, αν δεν ωφελούνταν ο ίδιος άμεσα από αυτά. Οι δημόσιοι λειτουργοί θεωρούνταν εκ των προτέρων διεφθαρμένοι, και όποιος υποστήριζε ότι ήθελε να υπηρετήσει το κοινό καλό αντιμετωπιζόταν ως υποκριτής. Γενικότερα, ο Banfield υποστήριζε την άποψη ότι η έμφαση στο άτομο/οικογένεια σε βάρος της κοινότητας οφειλόταν σε ένα συνδυασμό ιστορικών και οικονομικών παραγόντων (όπως η κατακερματισμένη γαιοκτησία, οι υψηλοί δείκτες θνησιμότητας και η έλλειψη άλλων θεσμών).
Οι παρατηρήσεις του Banfield περιλαμβάνουν διάφορα χαρακτηριστικά περιστατικά που τεκμηριώνουν την οικογενειοκεντρική συμπεριφορά των κατοίκων, όπως η έλλειψη συλλογικών δράσεων. Δεν υπήρχε εφημερίδα ή άλλη συλλογική πρωτοβουλία στο χωριό. Δεν λειτουργούσε καμία οργανωμένη φιλανθρωπία ή δημοτική υπηρεσία που να στηρίζεται στις εισφορές των κατοίκων. Για παράδειγμα, σε ένα ορφανοτροφείο που λειτουργούσαν μερικές μοναχές σε εγκαταλελειμμένο μοναστήρι, κανένας ντόπιος δεν συνεισέφερε. Τα παιδιά του ορφανοτροφείου προέρχονταν από τοπικές οικογένειες, αλλά οι κάτοικοι του Montegrano δεν έδιναν το παραμικρό για τη στήριξή του. Το μοναστήρι ήταν υπό κατάρρευση, αλλά κανένας από τους λιθοξόους δεν αφιέρωνε ούτε μια μέρα για την επισκευή του. Δεν υπήρχε αρκετό φαγητό για τα παιδιά, αλλά κανένας χωρικός ή γαιοκτήμονας δεν έδινε ούτε ένα ζωντανό (π.χ. μικρό γουρούνι) στο ορφανοτροφείο. Ένα άλλο στοιχείο που παρατήρησε είναι η απάτη και καχυποψία στις συναλλαγές. Οι χωρικοί δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον στις καθημερινές συναλλαγές. Ένα ενδεικτικό γεγονός είναι το επεισόδιο με μια ραπτομηχανή.Όταν μια γυναίκα πούλησε ελαττωματικό μηχάνημα σε μία γειτόνισσα, η δεύτερη ένιωσε αδικημένη, παρά το ότι και η ίδια είχε κάνει το ίδιο κόλπο παλαιότερα. Το γεγονός ότι καμία πλευρά δεν έχει πρόβλημα με την απάτη υποδηλώνει ότι η έννοια της ηθικής συναλλαγής ήταν άγνωστη. Άλλο στοιχείο είχε να κάνει με τις κληρονομιές και τον κατακερματισμό της γης. Τα γεωργικά κτήματα κληρονομούνταν συνήθως με αυστηρό διαμερισμό σε όλους τους γιους με τον γάμο. Το αποτέλεσμα ήταν συνεχής κατακερματισμός της γης σε όλο και μικρότερα, οικονομικά ασύμφορα τεμάχια. Για παράδειγμα, παραδοσιακά ένας γιος εισέπραττε κάποιο μερίδιο γης από τον πατέρα του με τον γάμο, το άμεσο αποτέλεσμα ήταν όλο και μικρότεροι κλήροι όλο και λιγότερο βιώσιμοι για καλλιέργεια. Ομοίως, οι τεχνίτες εκπαίδευαν τα παιδιά τους να επαναλαμβάνουν το ίδιο επάγγελμα, ανεξάρτητα από τις ανάγκες της αγοράς.Οι συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια περιέπεσαν επίσης στην αντίληψή του. Ο γάμος συχνά σήμαινε αποκοπή του ενήλικου παιδιού από την οικογένεια καταγωγής. Οι διαμάχες ανάμεσα σε συγγενείς ήταν συχνό φαινόμενο. Ακόμα και οι βαπτίσεις δεν είχαν στενούς συγγενείς ως ανάδοχους, αλλά επιλέγονταν με φειδώ ώστε να μην ανακύψουν μελλοντικά οικονομικά ή προσωπικά προβλήματα. Οι στενοί συγγενείς, έγραφε ο Banfield, γενικά δεν επιλέγονταν ως ανάδοχοι γιατί θεωρούσαν δεδομένο ότι θα υπάρξουν μελλοντικές κακές σχέσεις. Πράγματι, οι ανάδοχοι (νονός/νονά) έπρεπε να επιλέγονται προσεκτικά ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα μελλοντικών επιχειρηματικών (και άρα συγκρουσιακών) ανταλλαγών. Τέλος, ένα τελευταίο στοιχείο που μελέτησε ήταν οι προίκες και οι τρόπον τινά δημογραφικές στρατηγικές τους. Η αναγκαστική συγκέντρωση προίκας (π.χ. χρήματα ή κτήματα για τον γάμο ενός κοριτσιού) προσέθετε πίεση στην φτώχεια. Ο Banfield σημειώνει τις προσπάθειες των γονέων να κάνουν λιγότερα παιδιά, ώστε να είναι βιώσιμες οι προίκες τους: ένα μοτίβο που αργότερα συνδέθηκε με το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό γεννήσεων στην Ιταλία.
Το πολύ ενδιαφέρον στη μελέτη της συγκεκριμένης έρευνας, όπως ήδη προαναφέρθηκε είναι ότι ο Edward C. Banfield σύγκρινε το Montegrano με το St. George, Utah. Εκεί εντοπίζει το αντίθετο πρότυπο από αυτό του «αμοραλιστικού οικογενειοκεντρισμού». Για παράδειγμα:οι κάτοικοι συμμετέχουν ενεργά σε κοινοτικά έργα (οικοδόμηση σχολείων, εκκλησιών, υποδομών), υπάρχει εθελοντισμός και διάθεση να θυσιαστεί ο προσωπικός χρόνος ή το άμεσο συμφέρον προς όφελος της κοινότητας, ενώ οι σχέσεις δεν περιορίζονται στη στενή οικογένεια αλλά εκτείνονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο εμπιστοσύνης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες,ο Banfield σημειώνει ότι λειτουργεί ένα άλλο πρότυπο κοινωνικής ηθικής, τονίζοντας ότι αυτό το πολιτισμικό πλαίσιο των ΗΠΑ είναι που καθιστά δυνατή τη γρήγορη ανάπτυξη και την καλή λειτουργία των θεσμών, σε αντίθεση με το Montegrano. Στο St. George υπάρχει μια πληθώρα συλλόγων που επιδιώκουν στόχους που υπερβαίνουν το άμεσο υλικό συμφέρον της οικογένειας: νέες εγγραφές στο Ερυθρό Σταυρό, συγκέντρωση χρημάτων από έναν σύλλογο επαγγελματιών και στελεχών για την κατασκευή ενός νέου κοιτώνα στο τοπικό γυμνάσιο, συγκέντρωση εγγραφών για την αντιαεροπορική άμυνα σε περίπτωση ξένης επίθεσης. Μια τοπική βιομηχανία δωρίζει τους τόμους μιας εγκυκλοπαίδειας στο σχολείο, το εμπορικό επιμελητήριο προωθεί μια δημόσια συζήτηση για τη σύνδεση των γύρω χωριών με έναν δρόμο, η Ένωση Γονέων και Καθηγητών απευθύνεται στους πολίτες με ένα πόστερ που λέει: «Ως υπεύθυνος πολίτης της κοινότητάς μας, ανήκεις στην Ένωση!», που θυμίζει λίγο πολύ τις αφίσες στρατολόγησης των Αμερικανών στρατιωτών, όπου εμφανιζόταν ο θείος Σαμ με το δείκτη τεντωμένο να απευθύνεται στον μέσο πολίτη ρωτώντας τον τι σκόπευε να κάνει για την Αμερική. Εν ολίγοις, η συμπεριφορά των ατόμων και των ενώσεων στο St. George είναι ως επί το πλείστον προσανατολισμένη στην κοινότητα. Ουσιαστικά, βλέπει στις ΗΠΑ την παρουσία του κοινωνικού κεφαλαίου που λείπει από τον ιταλικό Νότο. Ο Banfield υποστηρίζει ότι αυτές οι κοινωνικές συμπεριφορές ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για την παγίωση της υπανάπτυξης στο Montegrano. Η έλλειψη συνεργασίας εμπόδιζε την κατασκευή υποδομών (δρόμοι, σχολεία, περίθαλψη) και την ανταλλαγή γνώσης, κρατώντας τον πληθυσμό σε μόνιμη ανέχεια και καθυστέρηση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, κάποιοι τρόποι ζωής είναι ριζικά ασύμβατοι με τις απαιτήσεις της οργανωμένης κοινωνίας. Η αδυναμία οργάνωσης αποτελεί επίσης εμπόδιο στην πολιτική πρόοδο.Στην πραγματικότητα, ο συντονισμός γύρω από ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος και οι αντίστοιχες συμπεριφορικές γραμμές ενός μεγάλου αριθμού ατόμων εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από την εφαρμογή μορφών αυτοδιοίκησης. Στο Montegrano, εν ολίγοις, παρατηρείται η απουσία της civicness, της «πολιτικής συνείδησης», η οποία είναι η ραχοκοκαλιά της δημοκρατίας. Αυτό το αίσθημα του πολίτη δεν είναι άλλο από το πνεύμα της συλλογικότητας (που ο Tocqueville θεωρούσε ως τη βάση της δημοκρατίας στην Αμερική) εκείνων που διαθέτουν το χρόνο τους, τις ιδιαίτερες ικανότητές τους και μερικές φορές τα χρήματά τους σε έναν οργανισμό που επιδιώκει στόχους, που δεν εμπίπτουν στο άμεσο συμφέρον του ατόμου, αλλά της κοινότητας. Αυτή η βασική αδυναμία των κατοίκων του ιταλικού χωριού να συνεταιριστούν και να εξελιχθούν προς υψηλότερες μορφές οικονομίας και δημοκρατίας προέρχεται, σύμφωνα με τον Banfield, από το ήθος του αμοραλιστικού οικογενειοκεντρισμού – και εδώ βρίσκεται ο μυστικός πυρήνας της υποθέσεως του πολιτισμικού τύπου, δηλαδή του υπερδομικού, νοητικού/πολιτισμικού – ήθος που ορίζει, μαζί με τον William Graham Sumner (Folkways. A study of mores, manners, customs and morals (1906)ως «το σύνολο των εθίμων, των ιδεών, των κριτηρίων και των κοινών συμπεριφορών που προσδιορίζουν και διαφοροποιούν μια ομάδα από άλλες ομάδες». Έτσι, ο Banfield χρησιμοποιεί το St. George ως θετικό αντίβαρο στο Montegrano: το πρώτο ενσαρκώνει την ύπαρξη «civicness», το δεύτερο την απουσία του. Μολονότι και δικαίως η έννοια του «αμοραλιστικού οικογενειοκεντρισμού» ως κλειδί για την ερμηνεία του ιταλικού χάσματος Βορρά-Νότου, θα μπορούσε και δικαίως να εκληφθεί, ως νεοαποικιακό μοντέλο ερμηνείας ενός αμερικανού ακαδημαϊκού, εντούτοις άνοιξε νέους δρόμους στην έρευνα για την κατανόηση της πολιτικής συμπεριφοράς των κοινωνιών. Είναι γνωστό ότι η συζήτηση που ακολούθησε επικεντρώθηκε ακριβώς στην αντίθεση του πολιτισμικού/υπερδομικού στοιχείου έναντι του οικονομικού/δομικού (εν ολίγοις Weber έναντι Marx) και κυρίως στην έμφαση που έδωσαν οι κριτικοί του Banfield στην πεποίθηση ότι αρκούσε να προωθηθεί η οικονομική δομή για να καταστεί αβλαβής ο αμοραλιστικός οικογενειοκεντρισμός. Σε αυτή την υπόθεση ο Banfield αντιτάχθηκε με τον πεσιμισμό του ήδη στο βιβλίο του. Ακόμα και αν αλλάξουν οι οικονομικές συνθήκες, είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει κάτι στο Montegrano. Πρώτα απ’ όλα χρειάζεται μια αλλαγή νοοτροπίας και αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ως παράπλευρο αποτέλεσμα μιας προτεσταντικής αποστολής! Ο Banfield επισημαίνει, με μια δόση κακίας, τις επιτυχίες σε αυτό το πλαίσιο στη Βραζιλία και, ίσως δεν θα ήταν άδικο να ισχυριστεί κανείς, η θέση του είναι απόλυτα εγγεγραμμένη στην οικονομικο-πολιτισμική εμπειρία του αγγλοπροτεσταντισμού. Δεν μπορούμε να εισέλθουμε στην πολυπλοκότητα των επιμέρους στοιχείων αυτής της συζήτησης. Ας σημειωθεί απλώς ότι ο Banfield δεν χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των χωρικών ως «ανήθικη» (όρος που υπάρχει στα αγγλικά), αλλά ως «αμοραλιστική», και αυτό δεν ίσως είναι άνευ σημασίας. Με κάποιον τρόπο ανακαλεί τη δημοφιλή έκφραση των κατοίκων της Κατάνιας: «chiccè ppi mmia»; Εμένα, τι μου αποδίδει; Όπου ο Κατανέζος συμπεριφέρεται αναλόγως: κλείνει την πόρτα του σπιτιού με την συχνά ατελείωτη πρόσοψη και κρύβεται μέσα, όπου όλα είναι καθαρά και τακτοποιημένα.
Σε κάθε περίπτωση η μελέτη του Banfield δεν επικεντρώνεται μόνο στη Νότια Ιταλία, όπου έχει απομονώσει τον ιό του αμοραλιστικού οικογενειοκεντρικού πνεύματος -δεν έχει κάτι εναντίον των νοτίων-, αλλά αφορά κάθε συμπεριφορά αυτού του είδους, όπου κι αν εκδηλώνεται, οπότε μπορεί να βρεθεί και στις ίδιες τις ΗΠΑ, όπως αρχίζουν να γράφουν πολλοί Αμερικανοί διανοούμενοι, από τον Robert Putnam (Bowling alone, 2000), τον Tom Nichols (Our Own Worst Enemy: The Assault from Within on Modern Democracy (2021) έως τον Peter Turchin (Ultrasociety: How 10,000 Years of War Made Humans the Greatest Cooperators on Earth, 2015). Το βιβλίο του Banfield εστιάζει στην κοινωνική αποσύνθεση, για την οποία θα γράψει, με άλλα λόγια αλλά όχι και τόσο διαφορετικά στην ουσία, ο Antonio Gramsci, ο οποίος εντόπισε σε αυτή την αποσύνθεση έναν από τους παράγοντες του νότιου ζητήματος.
Από τον Banfield στον Putnam
Ο Banfield (1958) είχε ήδη δείξει ότι η χαμηλή civicness στο Montegrano (Νότια Ιταλία) οδηγούσε σε υπανάπτυξη, καχυποψία και ανικανότητα συλλογικής δράσης.Ο Robert Putnam, τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, στο Making Democracy Work (1993) εφάρμοσε το ερώτημα του Banfield σε παν-ιταλική κλίμακα. Μελέτησε την απόδοση των νέων περιφερειακών κυβερνήσεων στην Ιταλία (μετά τη συνταγματική μεταρρύθμιση του 1970). Διαπίστωσε ότι οι βόρειες περιοχές (Εμίλια-Ρομάνια, Τοσκάνη, Λομβαρδία) είχαν θεσμούς που λειτουργούσαν αποτελεσματικά, με υψηλή συμμετοχή πολιτών, εμπιστοσύνη και σωματειακή ζωή.Οι νότιες περιοχές (Καλαβρία, Σικελία, Μπασιλικάτα, όπου ανήκει και το Montegrano) παρέμεναν αδύναμες, με χαμηλή θεσμική απόδοση και ελάχιστη συνεργασία. Ο Putnam αναλύει τις διαφορές με βάση την ύπαρξη κοινωνικού κεφαλαίου και θεσμικής συνεργασίας. Η μεγαλύτερη απόδοση των δημοκρατικών θεσμών στις περιφέρειες του Βορρά, σε σχέση με αυτές του Νότου, συσχετίστηκε στη συγκεκριμένη μελέτη με την πολιτική παράδοση στις πρώτες και την προηγούμενη «πολιτιστική» ικανότητα (που χρονολογείται από την εποχή των κοινοτήτων) να συνεργάζονται. Ο Putnam επίσης χρησιμοποίησε τον όρο civic community (κοινότητα πολιτών), που θυμίζει το St. George στον Banfield.Τα κύρια χαρακτηριστικά της είναι η εμπιστοσύνη, τα οριζόντια δίκτυα, οι εθελοντικοί σύλλογοι, η πολιτική συμμετοχή.Η ύπαρξη civicness οδηγεί σε καλύτερους θεσμούς και οικονομική ανάπτυξη. Η απουσία της (όπως στο Montegrano) οδηγεί σε φατριασμό, διαφθορά και υπανάπτυξη.Ο Putnam αναγνωρίζει ότι η διάγνωση του Banfield στο Montegrano ήταν ένα μικρο-παράδειγμα του νότιου προβλήματος με την έλλειψη κοινωνικού κεφαλαίου.Το St. George λειτούργησε στον Banfield, όπως λειτούργησαν για τον Putnam οι βόρειες ιταλικές περιφέρειες, δηλ. ως παραδείγματα θετικών, συνεργατικών κοινωνιών με υψηλό civicness. Ο Banfield έθεσε το ζήτημα: γιατί το Montegrano δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως το St. George;Ο Putnam το μετέφερε σε εθνικό επίπεδο: γιατί ο Νότος δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως ο Βορράς;Ο Putnam «μεγαλώνει τον φακό» που έβαλε ο Banfield.Το Montegrano γίνεται παράδειγμα του Νότου.Το St. George προοικονομεί την εικόνα των βόρειων περιφερειών.Και οι δύο δείχνουν ότι η ύπαρξη ή η απουσία civicness δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα, αλλά κυρίως πολιτισμικό-ιστορικό.
Ο Robert Putnam στο Bowling Alone (2000): το νεότερο αμερικανικό παράδειγμα
Στη συνέχεια της έρευνάς του ο Putnam επανέρχεται με νέα εστίαση, αυτή τη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες στο τέλος του 20ού αιώνα. Παρατηρεί ότι παρά την παράδοση της civicness, το κοινωνικό κεφάλαιο φθίνει και επικαλείται μεταφορικά το τεκμήριο ότι οι Αμερικανοί συνεχίζουν να παίζουν μπόουλινγκ αλλά όχι σε λέσχες· άρα οι παραδοσιακές μορφές κοινωνικής συμμετοχής υποχωρούν. Τα αίτια είναι πολλά: τηλεόραση, μετακινήσεις στα προάστια, ατομικισμός, μεταβολές στην εργασία και την οικογένεια. Το παρόν χαρακτηρίζεται πλέον από έντονη κοινωνική απομόνωση και ιδιωτικοποίηση του ελεύθερου χρόνου. Συνοπτικά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η φθορά του κοινωνικού κεφαλαίου απειλεί τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή, ακόμη και σε χώρες που ήταν παραδοσιακά St. George.Η αισθητή απώλεια της civicness σηματοδοτεί εντέλει κρίση της δημοκρατίας και της κοινωνικής συνοχής.
Έτσι βλέπουμε μια γραμμική συνέχεια στην έρευνα:Ο Banfield εντοπίζει το civicness (ή την απουσία του) στη μικρή κλίμακα.Ο Putnam το εφαρμόζει στην Ιταλία για να εξηγήσει θεσμικές ανισότητες.Και στο Bowling Alone το επεκτείνει στις ΗΠΑ, δείχνοντας ότι ακόμη και παραδοσιακά συνεργατικές κοινωνίες μπορούν εντέλει να χάσουν το κοινωνικό τους κεφάλαιο.
Το έργο του Banfield στην κριτική του αντιμετώπιση προκάλεσε εύλογα αντίλογο, όπως για παράδειγμα, ότι έκανε μια απλουστευτική γενίκευση καθώς περιγράφει το amoral familism του Montegrano σαν καθολικό χαρακτηριστικό της Νότιας Ιταλίας μετατρέποντας ένα χωριό σε «καθολικό μοντέλο» (βλ. την κριτική της ανθρωπολόγου Jane Schneider), ή ότι δεν έλαβε σωστά υπόψη του το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, παραβλέποντας τον ρόλο ιστορικών παραγόντων (φεουδαρχία, ανισότητες γαιοκτησίας, σχέσεις κράτους-πολιτών), καθώς δεν είναι μόνο η «κουλτούρα», αλλά και θεσμικές/οικονομικές δομές που δημιουργούν δυσπιστία. Επιπλέον, η προσέγγισή του τροφοδότησε στερεότυπα περί «οπισθοδρομικότητας» των Νότιων Ιταλών οδηγώντας άλλη μια φορά στο στιγματισμό του Νότου.
Παρόμοια κριτική έγινε και στον Putnam (Making Democracy Work, 1993) ότι έδωσε για παράδειγμα τεράστια σημασία στις μεσαιωνικές παραδόσεις (κοινότητες στον Βορρά, φεουδαρχία στον Νότο), όμως ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες (π.χ. Tarrow, Levi) του αντέτειναν με επιχειρήματα ότι η σημερινή πολιτική κουλτούρα δεν εξηγείται μόνο από τον μακρινό Μεσαίωνα. Παράμετροι όπως οι ανισότητες πλούτου, το κράτος πρόνοιας, η πολιτική πελατειακή κουλτούρα επηρεάζουν εξίσου την ανάπτυξη και όχι μόνο το απόθεμα της civicness και επομένως η προσέγγισή του τείνει να υποβαθμίζει τους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες. Εξάλλου, ορισμένοι θεσμοί στον Νότο βελτιώθηκαν, παρά την υποτιθέμενη έλλειψη κοινωνικού κεφαλαίου· άρα το σχήμα δεν είναι απόλυτο.
Αντίστοιχη κριτική υπήρξε και στο Bowling Alone (2000), πρώτα με μια μεθοδολογική ένσταση. Ο Putnam μετρά το κοινωνικό κεφάλαιο κυρίως με συμμετοχή σε συλλόγους, σωματεία, εκκλησίες. Άλλοι ερευνητές (όπως ο Skocpol) είπαν ότι παραβλέπει νέες μορφές δικτύωσης (διαδίκτυο, ad hoc κινήματα) ή ότι αγνοεί τις ανισότητες.Ο Putnam αναφέρεται γενικά σε πτώση του κοινωνικού κεφαλαίου, αλλά δεν εξετάζει πώς τάξη, φύλο, φυλή επηρεάζουν στο ποιος έχει πρόσβαση σε δίκτυα. Ο Putnam κατηγορήθηκε επίσης για αισιόδοξο ρεπουμπλικανισμό ότι δηλ. διαβάζει το κοινωνικό κεφάλαιο με βάση μια νοσταλγία για την παλαιά πολιτική συμμετοχή, χωρίς να δει τη δυναμική των νέων μορφών πολιτικής δράσης (π.χ. κινήματα πολιτικών δικαιωμάτων).
Στην έρευνα υπήρξαν επίσης και μερικές άλλες εναλλακτικές θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως για παράδειγμα ο Coleman που βλέπει το κοινωνικό κεφάλαιο ως λειτουργικό αγαθό που προκύπτει από σχέσεις εμπιστοσύνης και υποχρεώσεων και ο ίδιος επικεντρώνεται στο πώς τα άτομα επενδύουν σε δίκτυα για να αποκομίσουν οφέλη, ή ο Bourdieu που τονίζει ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι άνισο, ενσωματωμένο σε κοινωνικές δομές εξουσίας και δεν είναι κοινό «απόθεμα», αλλά προνόμιο συγκεκριμένων ομάδων.Επίσης,Ιταλοί μελετητές του Νότου έδειξαν ότι πελατειακές σχέσεις και η μαφία δημιουργούν «ιδιωτικοποιημένα» μορφές κοινωνικού κεφαλαίου, που δεν είναι απαραίτητα civic αλλά λειτουργούν υπέρ των τοπικών ελίτ.
Σε μια συνοπτική κριτική αποτίμηση μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι δεν αρκεί η κουλτούρα, χρειάζεται και η ανάλυση των θεσμών και ανισοτήτων.Το κοινωνικό κεφάλαιο δεν είναι πάντα θετικό· μπορεί να παράγει και κλειστά, αποκλειστικά δίκτυα (π.χ. μαφία).Οι μορφές civicness εξελίσσονται και δεν χάνονται απλώς.Ο Banfield βάζει το πρόβλημα γιατί μια κοινωνία δεν συνεργάζεται.Ο Putnam το μεταφράζει σε συγκριτική-εμπειρική έννοια: το κοινωνικό κεφάλαιο είναι θετικό συλλογικό απόθεμα που παράγει θεσμούς.Ο Bourdieu το ανατρέπει: το κοινωνικό κεφάλαιο δεν είναι συλλογικό αγαθό, αλλά άνισος πόρος που εντάσσεται σε δίκτυα εξουσίας. Με άλλα λόγια: ο Banfield δείχνει την έλλειψη κοινωνικού κεφαλαίου. Ο Putnam δείχνει τη θετική του λειτουργία και ο Bourdieu δείχνει την ανισότητα και την «σκοτεινή» του πλευρά.
Συγκεφαλαιώνοντας τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι: η έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου αποτέλεσε αντικείμενο έντονου επιστημονικού διαλόγου στη μεταπολεμική κοινωνιολογία και πολιτική επιστήμη. Από τον Edward C. Banfield, που περιέγραψε το ηθικό υπόβαθρο μιας καθυστερημένης κοινωνίας στο Montegrano, στον Robert D. Putnam, που ανέδειξε τον ρόλο του civicness στη θεσμική αποτελεσματικότητα, και τέλος στον Pierre Bourdieu, που ερμήνευσε το κοινωνικό κεφάλαιο ως άνισο πόρο ενταγμένο στις σχέσεις εξουσίας, η έννοια αλλάζει περιεχόμενο, λειτουργία και θεωρητικό πλαίσιο. Η σύγκριση των τριών προσεγγίσεων αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα του όρου και τις διαφορετικές ερμηνευτικές του χρήσεις και αναδεικνύει τρεις διακριτές όψεις του κοινωνικού κεφαλαίου:Ο Banfield δείχνει την έλλειψη κοινωνικού κεφαλαίου και τις αρνητικές συνέπειες μιας νοοτροπίας που ακυρώνει τη συλλογική δράση. Ο Putnam αναδεικνύει τη θετική λειτουργία του κοινωνικού κεφαλαίου ως παράγοντα θεσμικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής συνοχής. Ο Bourdieu αποκαλύπτει την ανισότητα και τη στρατηγική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου, δείχνοντας ότι αποτελεί μέσο κοινωνικής αναπαραγωγής και εξουσίας.
Η έννοια, λοιπόν, δεν είναι ενιαία ούτε αδιαμφισβήτητη· η σημασία της εξαρτάται από το θεωρητικό πλαίσιο. Για τους πολιτικούς επιστήμονες (Banfield, Putnam) είναι εργαλείο ερμηνείας θεσμικής απόδοσης, ενώ για τον Bourdieu είναι μέσο κατανόησης της κοινωνικής ανισότητας. Αυτή η διαφοροποίηση δείχνει τη δύναμη αλλά και την αμφισημία του όρου: το «κοινωνικό κεφάλαιο» μπορεί να εξηγήσει τόσο την απουσία συνεργασίας όσο και την αναπαραγωγή της εξουσίας.Η σύμπτωση ότι το St. George, όπου η έννοια της «πολιτικής συνείδησης» λειτούργησε στην έρευνα ως μελέτη περίπτωσης (case study), επανέρχεται στη σημερινή κοινωνική συγκυρία των ρευστών και χαοτικών καιρών, δημιουργεί όχι μόνο μια ειρωνική προοπτική, με την πραγματικότητα να ξεπερνά τα όρια της φαντασίας της κοινωνιολογίας, αλλά και νέα εκρηκτικά ερωτήματα που το άμεσο μέλλον μάλλον επώδυνα θα διαχειριστεί.
Βιβλιογραφία
*EdwardC. Banfield, The Moral Basis of a Backward Society (1958) ( Η ηθική βάση μια καθυστερημένης κοινωνίας, επιμέλεια Ασημακοπούλου Δήμητρα, μετάφραση Κοκαβέσης Φώτης, με εξαιρετικό πρόλογο από τον Γιώργο Τσιάκαλο – ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ 2014)
Βιβλιογραφία κριτικών στον Banfield
Schneider, J. (1998). Italy’s “Southern Question”: Orientalism in One Country. Oxford: Berg.
Silverman, S. (1968). “Agricultural Organization, Social Structure, and Values in Italy: Amoral Familism Reconsidered.” American Anthropologist, 70(1), 1–20.
Trigilia, C. (1992). Sviluppo senza autonomia: Effetti perversi delle politiche nel Mezzogiorno. Bologna: Il Mulino.
Ginsborg, P. (2003). A History of Contemporary Italy: Society and Politics, 1943–1988. London: Penguin.
Βιβλιογραφία κριτικών στον Putnam (Making Democracy Work, 1993)
Tarrow, S. (1996). “Making Social Science Work Across Space and Time: A Critical Reflection on Robert Putnam’s Making Democracy Work.” American Political Science Review, 90(2), 389–397.
Levi, M. (1996). “Social and Unsocial Capital: A Review Essay of Robert Putnam’s Making Democracy Work.” Politics & Society, 24(1), 45–55.
Bagnasco, A., & Trigilia, C. (1988). La costruzione sociale del mercato: Studi sullo sviluppo di piccola impresa in Italia. Bologna: Il Mulino.
Βιβλιογραφία κριτικών στο Bowling Alone (2000)
Skocpol, T. (2003). Diminished Democracy: From Membership to Management in American Civic Life. Norman: University of Oklahoma Press.
Portes, A. (1998). “Social Capital: Its Origins and Applications in Modern Sociology.” Annual Review of Sociology, 24, 1-24.
Fine, B. (2001). Social Capital versus Social Theory: Political Economy and Social Science at the Turn of the Millennium. London: Routledge.
Putzel, J. (1997). “POLICY ARENA:Accounting for the ‘Dark Side’ of Social Capital.” Journal of International Development, 9 (7), 939-949.
Συγκριτικές / θεωρητικέςπροσεγγίσεις
Bourdieu, P. (1986). “The Forms of Capital.” Στο J. Richardson (ed.), Handbook of Theory and Research for the Sociology of Education. New York: Greenwood, 241-258.
Coleman, J. S. (1988). “Social Capital in the Creation of Human Capital.” American Journal of Sociology, 94, 95-120.
Lin, N. (2001). Social Capital: A Theory of Social Structure and Action. Cambridge: Cambridge University Press.
