Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs. Λογοτεχνία

      ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs . Λογοτεχνία   Ποταπότητα: η ιδιότητα του ποταπού, ευτέλεια, μηδαμινότητα, προστυχιά (ποταπότητα συμπεριφοράς   ( LSJ ) Με τη λ. εννοείται μια χαμηλή ηθική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση, κατάλληλη για να περιγράψει πράξεις ή χαρακτήρες που στερούνται αξιοπρέπειας, μεγαλείου ή ηθικής ανωτερότητας. Κατά περίπτωση εντοπίζει κανείς στην τρέχουσα γλώσσα μέγα αριθμό συνωνύμων, πολλαπλών αποχρώσεων και διαβαθμίσεων, όπως αισχρότητα, αχρειότητα, κακία, μικρότητα, μικροπρέπεια και μικρόνοια, αναίδεια, θρασύτητα, και τέλος, χαμέρπεια και σκατοψυχιά. Social Media Η ποταπότητα ως «ύφος» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης Η ποταπότητα σήμερα δεν χρειάζεται καν να κρυφτεί, αφού έχει κανονικοποιηθεί και επιβραβευτεί και,  το κυριότερο, έχει μετατραπεί σε κοινωνική δεξιότητα. Στα κοινωνικά δίκτυα η ποταπότητα μάλιστα εμφανίζεται ως επικοινωνιακή αρετή, για παράδειγμα, η ειρωνεία χωρίς σκέψη προβάλλετα...

Deep fake λογοτεχνία και η ευθύνη του αναγνώστη σήμερα

 


 

Deep fake λογοτεχνία και η ευθύνη του αναγνώστη σήμερα

Εισαγωγή

Ζούμε σε μια εποχή, όπου η εξωτερική εικόνα δεν έχει απλώς επικρατήσει της ουσίας και της αυθεντικότητας, έχει καταστεί το αυτονόητο μέτρο αξίας. Η εικόνα προηγείται της εμπειρίας, η αφήγηση προηγείται της αλήθειας, η εντύπωση προηγείται της κρίσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λογοτεχνία δεν αποτελεί εξαίρεση. Κυκλοφορεί, προτείνεται και καταναλώνεται συχνά με τους ίδιους όρους που διέπουν την κουλτούρα της επιφάνειας. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι διαβάζεται σήμερα, αλλά πώς και με ποια ευθύνη διαβάζεται.

Το παρόν δοκίμιο υποστηρίζει ότι, σε συνθήκες πολιτισμικής υπερπροσφοράς και αισθητικής σύγχυσης, το βάρος μετατοπίζεται αποφασιστικά από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Η διάσωση της λογοτεχνίας ως πράξης νοήματος δεν είναι πια συλλογικό δεδομένο, αλλά ατομική ηθική στάση.

Από τον αναγνώστη ως αποδέκτη στον αναγνώστη ως κριτή

Παραδοσιακά, ο αναγνώστης θεωρούνταν ο τελικός αποδέκτης ενός έργου. Σήμερα, αυτή η θέση δεν αρκεί. Η αφθονία κειμένων, η ισοπέδωση των ιεραρχιών και η αλγοριθμική διαμεσολάβηση της αναγνωστικής εμπειρίας καθιστούν αναγκαία μια πιο ενεργή στάση, ο αναγνώστης οφείλει να γίνει κριτής. Όχι με την έννοια της αυθεντίας ή της αξιολόγησης για τους άλλους, αλλά με την έννοια της εσωτερικής κρίσης. Να διακρίνει πότε ένα κείμενο τον προκαλεί ουσιαστικά και πότε απλώς τον καθησυχάζει. Πότε τον εκθέτει και πότε τον χαϊδεύει. Πότε απαιτεί χρόνο και πότε ζητά απλώς συγκατάθεση. Η ευθύνη αυτή είναι απαιτητική, γιατί στερεί την άνεση της παθητικής κατανάλωσης. Αλλά χωρίς αυτήν, η λογοτεχνία εκφυλίζεται σε ακόμη ένα προϊόν εντυπώσεων.

Η συνενοχή του αναγνώστη στην επικράτηση του κίβδηλου

Η κυριαρχία της ρηχής ή κίβδηλης λογοτεχνίας δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην αγορά ή στους μηχανισμούς προβολής. Ο αναγνώστης συμμετέχει, συχνά άθελά του, αλλά όχι αθώα.

Η προτίμηση στο εύπεπτο, στο άμεσα συγκινησιακό, στο «βαθύ χωρίς βάθος», είναι συχνά επιλογή αυτοπροστασίας. Η αληθινή λογοτεχνία εκθέτει, αποσταθεροποιεί, αφαιρεί βεβαιότητες. Αντίθετα, το κίβδηλο προσφέρει την εμπειρία του νοήματος χωρίς τον κόπο της αναμέτρησης.

Έτσι, ο αναγνώστης συνεργεί και δεν εξαπατάται απλώς. Όχι επειδή είναι ανίκανος να διακρίνει, αλλά επειδή, όπως δείχνει η λογοτεχνία εδώ και αιώνες, η αποφυγή της αλήθειας είναι συχνά πιο επιθυμητή από την άγνοιά της.

Ανάγνωση ως πράξη αντίστασης

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η ανάγνωση μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως πράξη αντίστασης, όχι ως πολιτική διακήρυξη, αλλά ως άσκηση ελευθερίας.

Να διαβάζει κανείς αργά, επαναληπτικά, με ανοχή στη δυσκολία. Να επιστρέφει σε κείμενα που δεν εξαντλούνται. Να αποδέχεται τη σιωπή, την ασάφεια, την αποτυχία της πλήρους κατανόησης. Όλα αυτά αντιστρατεύονται ευθέως τη λογική της άμεσης κατανάλωσης και της στιγμιαίας απόλαυσης.

Η ανάγνωση, έτσι νοούμενη, δεν επιβεβαιώνει τον αναγνώστη, τον μετακινεί. Και αυτή ακριβώς η μετακίνηση αποτελεί το μέτρο της αυθεντικότητας ενός έργου.

Η ευθύνη της επιλογής και της απόρριψης

Η ευθύνη του αναγνώστη δεν εξαντλείται στην επιλογή του τι θα διαβάσει, αλλά και στο τι θα απορρίψει. Να εγκαταλείψει ένα βιβλίο που δεν αντέχει την προσοχή. Να μην ολοκληρώσει ένα έργο που δεν προσφέρει καμία εσωτερική αντίσταση. Να μην συγχέει την επιτυχία, τη βράβευση ή την αναγνωρισιμότητα με την αξία.

Αυτή η απόρριψη δεν είναι πράξη υπεροψίας. Είναι πράξη αυτοσεβασμού, και σε τελική ανάλυση, σεβασμού προς την ίδια τη λογοτεχνία.

Συμπέρασμα: η μοναχική ευθύνη

Η λογοτεχνία δεν θα χαθεί. Αλλά μπορεί να χάσει τη σημασία της. Και αυτό δεν θα συμβεί επειδή γράφονται κακά βιβλία, τέτοια γράφονταν πάντα, αλλά επειδή οι αναγνώστες παραιτούνται από τη διάκριση.

Σήμερα, η ευθύνη του αναγνώστη είναι μοναχική. Δεν εγγυάται κύρος, δεν ανταμείβεται κοινωνικά, δεν προσφέρει ορατότητα. Προσφέρει, όμως, κάτι σπανιότερο τη δυνατότητα να παραμείνει κανείς ανοιχτός στο είναι, μέσα σε έναν κόσμο που επιμένει να ζει στον κόσμο της εξωτερικής εικόνας. Αυτό, και μόνο αυτό, καθιστά ακόμη την ανάγνωση μια πράξη ουσιαστική.

ΕΠΙΜΕΤΡΟ 1

Πώς ξεχωρίζουμε την deep fake λογοτεχνία από την αληθινή

Η κίβδηλη λογοτεχνία είναι πιο επικίνδυνη από την προφανώς ρηχή. Δεν είναι εύκολη διασκέδαση, είναι διασκέδαση μεταμφιεσμένη σε βάθος. Ιδού μερικά αξιόπιστα κριτήρια:

Μιλά για μεγάλα θέματα χωρίς υπαρξιακό κόστος

Η ψεύτικη βαθύτητα μιλά για τραύμα χωρίς τραγικότητα, για θάνατο χωρίς φόβο, για μοναξιά χωρίς απομόνωση. Τα θέματα είναι «βαριά», αλλά ο αναγνώστης δεν διακινδυνεύει τίποτα. Το βιβλίο δεν τον ταράζει, δεν τον αμφισβητεί, δεν τον αφήνει εκτεθειμένο. Η αληθινή λογοτεχνία έχει κόστος, σε κουράζει, σε ενοχλεί, σε κάνει να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου. Αν βγαίνεις «καλύτερος άνθρωπος» χωρίς να έχεις περάσει από σκοτάδι, κάτι δεν πάει καλά.

Εξηγεί εκεί όπου θα έπρεπε να σιωπά

Η κίβδηλη λογοτεχνία εξηγεί τα συναισθήματα, κατονομάζει τα νοήματα, κλείνει τα ρήγματα. Δεν εμπιστεύεται τον αναγνώστη. Φοβάται τη σιωπή γιατί η σιωπή αποκαλύπτει το κενό. Η μεγάλη λογοτεχνία αφήνει ασάφειες, ρωγμές, εκκρεμότητες, όχι από επιτήδευση, αλλά γιατί η ανθρώπινη εμπειρία είναι ασύμμετρη.

Χρησιμοποιεί «σωστή» γλώσσα αντί για αναγκαία γλώσσα

Η κίβδηλη βαθύτητα συχνά έχει άψογη, καθαρή, καλοδουλεμένη γλώσσα, αλλά καμία αναγκαιότητα. Θα μπορούσε να ειπωθεί αλλιώς και δεν θα άλλαζε τίποτα. Η αληθινή λογοτεχνία γράφεται έτσι γιατί δεν μπορεί να γραφτεί αλλιώς. Η γλώσσα της είναι αποτέλεσμα πίεσης, όχι επιλογής στυλ.

Προσφέρει ταύτιση αντί για αναμέτρηση

Η ψεύτικη λογοτεχνία θέλει να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου, να νιώσεις ότι ο συγγραφέας «σε καταλαβαίνει». Η μεγάλη λογοτεχνία συχνά κάνει το αντίθετο, σε αποξενώνει, σε φέρνει αντιμέτωπο με ό,τι δεν είσαι, σε αναγκάζει να δεις τον εαυτό σου από έξω. Η ταύτιση είναι εύκολη. Η αναμέτρηση είναι σπάνια.

Υπάρχει σήμερα σύγχρονη, ζωντανή λογοτεχνία αντάξια της παράδοσης; Και πού κρύβεται;

Η σύντομη απάντηση είναι: ναι, υπάρχει. Η αληθινή απάντηση είναι: όχι εκεί που κοιτάμε συνήθως.

Δεν βρίσκεται στο κέντρο της αγοράς

Ό,τι είναι πραγματικά απαιτητικό δεν πουλά εύκολα, δεν μεταφράζεται άνετα, δεν γίνεται «θέμα». Η σύγχρονη ζωντανή λογοτεχνία συχνά κυκλοφορεί σε «μυημένους» εκδότες, εξαντλείται αργά, δεν συνοδεύεται από θόρυβο. Όπως πάντα στην ιστορία.

Βρίσκεται συχνά σε ακατάτακτες μορφές

Η παράδοση δεν συνεχίζεται με μίμηση. Σημαντική σύγχρονη λογοτεχνία θα τη βρεις σε ζωντανή ακατάτακτη πρόζα που διαρκώς ανακαλύπτει την αφήγηση, σε πεζογραφία που δεν γράφεται με σκέψη αλλά πηγάζει απευθείας από το υποσυνείδητο, σε έργα που δεν προκύπτουν από σχολές δημιουργικής γραφής.

Κρύβεται σε έργα που δεν «παρηγορούν»

Η παράδοση της μεγάλης λογοτεχνίας δεν ήταν ποτέ θεραπευτική με τη σύγχρονη έννοια. Τα σημαντικά έργα δεν υπόσχονται αίσια λύση - λύτρωση, δεν σου λένε «όλα θα πάνε καλά», δεν κλείνουν πληγές. Σε αφήνουν με ερωτήματα, όχι με απαντήσεις.

Απαιτεί αναγνώστες, όχι καταναλωτές

Το πιο σκληρό σημείο: η ζωντανή λογοτεχνία υπάρχει μόνο εκεί όπου υπάρχουν άνθρωποι διατεθειμένοι να τη διαβάσουν έτσι όπως πρέπει. Όχι γρήγορα, αλλά επιλεκτικά, αποσπασματικά, κυρίως με αντοχή, επαναφορά κι επιστροφή.

Η κίβδηλη λογοτεχνία μοιάζει με καλογυαλισμένα faux bijoux, λάμπουν, καθησυχάζουν, κολακεύουν τον αναγνώστη. Η αληθινή λογοτεχνία μοιάζει περισσότερο με πέτρα ακατέργαστη, αλλόκοτη, δεν εντυπωσιάζει αμέσως, αλλά δεν φθείρεται. Υπάρχει ακόμη, αλλά δεν φωνάζει, εξάλλου ποτέ δεν φώναζε

ΕΠΙΜΕΤΡΟ 2 

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ 

Λογοτεχνία ≠ Αγορά Βιβλίου

Το κρίσιμο λάθος είναι να ταυτίζουμε τη λογοτεχνία ως πνευματική πράξη με το βιβλίο ως εμπόρευμα. Αυτό που θριαμβεύει σήμερα, τα θλιβερά ευπώλητα, τα καλογυαλισμένα αφηγήματα αυτοβελτίωσης, τα μυθιστορήματα-σενάρια, η «ευαισθησία χωρίς ρίσκο», δεν είναι η λογοτεχνία. Είναι η βιομηχανία αναγνωστικής κατανάλωσης. Όπως έλεγε ο Αντόρνο για τη μουσική βιομηχανία: δεν παράγει έργα, παράγει αναγνωρίσιμα εφέ. Η απατηλή λάμψη των βεγγαλικών δεν είναι αποτυχία της λογοτεχνίας· είναι η επιτυχία της αγοράς.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι το κίβδηλο υπάρχει αλλά ότι παρουσιάζεται ως κανονικότητα

Κίβδηλη τέχνη υπήρχε πάντα. Το νέο είναι κάτι πιο επικίνδυνο: η ρηχότητα δεν παρουσιάζεται ως ευκολία, αλλά ως βάθος προσιτό σε όλους. Τα σύγχρονα ευπώλητα μιλούν για «τραύμα» χωρίς τραγικότητα, για «ενσυναίσθηση» χωρίς σύγκρουση, για «νόημα» χωρίς φιλοσοφικό βάρος. Δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι κάτι ουσιώδες συνέβη, ενώ στην πραγματικότητα δεν διακινδυνεύτηκε τίποτα. Αυτό είναι το πιο ύπουλο ψεύτικο κόσμημα: εκείνο που μιμείται το είναι με τη γλώσσα του είναι.

 Όταν η λογοτεχνία γίνεται μέρος της κουλτούρας της εικόνας

Σήμερα, πολλά βιβλία γράφονται για να «διαβαστούν εύκολα», για να «μεταφερθούν», για να «αναρτηθούν». Η γλώσσα γίνεται επίπεδη για να μη χαθεί κανείς. Η μορφή γίνεται διαφανής για να μη δυσκολέψει. Η σκέψη γίνεται ηθικολογία για να μη ενοχλήσει. Αυτό δεν είναι εκδημοκρατισμός της λογοτεχνίας. Είναι αφοπλισμός της. Η μεγάλη λογοτεχνία πάντα απαιτούσε κάτι από τον αναγνώστη: χρόνο, αντοχή, αποδοχή του μη κατανοήσιμου. Η σύγχρονη κίβδηλη παραγωγή ζητά μόνο συγκατάθεση.

Τι κάνουμε, λοιπόν;

α) Σταματάμε να περιμένουμε «προτάσεις»

Η ουσιαστική λογοτεχνία δεν έρχεται πια σε εμάς. Δεν προβάλλεται, δεν αλγοριθμοποιείται, δεν αυτοδιαφημίζεται. Αν περιμένεις: λίστες, βραβεία, viral συστάσεις, θα διαβάζεις κυρίως βεγγαλικά. Η αναζήτηση γίνεται πράξη ευθύνης, όχι κατανάλωση.

β) Επιστρέφουμε στη δυσκολία χωρίς ελιτισμό

Όχι επειδή «είμαστε καλύτεροι», αλλά επειδή ό,τι δεν αντιστέκεται, δεν αλλάζει τον αναγνώστη. Αν ένα βιβλίο δεν σε καθυστερεί, δεν σε εκνευρίζει δεν σε αφήνει αβέβαιο, κατά πάσα πιθανότητα δεν σε μετακινεί. Η δυσκολία δεν είναι αρετή από μόνη της
αλλά η απουσία της είναι σχεδόν πάντα ένδειξη κενού.

γ) Διαβάζουμε λιγότερα, αλλά πιο αργά

Η κουλτούρα της αφθονίας είναι σύμμαχος της ρηχότητας. Ένα πραγματικό έργο: αντέχει την επανάληψη, αποκαλύπτεται με τον χρόνο, δεν εξαντλείται στην πλοκή. Τα βεγγαλικά καίγονται με την πρώτη ανάγνωση.

Η πιο σκληρή αλήθεια

Η λογοτεχνία δεν θα μας σώσει συλλογικά. Πάντα ήταν υπόθεση μειοψηφίας. Όχι ελίτ - μειοψηφίας πρόθυμης να αντέξει. Όπως έγραφε ο Καντ για τη σκέψη: «Δεν είναι όλοι ανίκανοι απλώς δεν θέλουν να κοπιάσουν». Το ίδιο ισχύει και εδώ.

Όταν θριαμβεύουν τα θλιβερά ευπώλητα, δεν σημαίνει ότι η λογοτεχνία απέτυχε. Σημαίνει ότι το φαίνεσθαι κέρδισε άλλο ένα πεδίο και το είναι υποχώρησε στη σιωπή. Η επιλογή που απομένει δεν είναι η αγανάκτηση, αλλά η πιστότητα. Να διαβάζουμε όπως ζούμε, όχι για να λάμψουμε, αλλά για να μην γίνουμε ρηχοί.  

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις