ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs. Λογοτεχνία
ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΑ: Social Media vs. Λογοτεχνία
Ποταπότητα: η ιδιότητα του ποταπού, ευτέλεια, μηδαμινότητα, προστυχιά (ποταπότητα συμπεριφοράς (LSJ)
Με τη λ. εννοείται μια χαμηλή ηθική, πνευματική ή συναισθηματική κατάσταση, κατάλληλη για να περιγράψει πράξεις ή χαρακτήρες που στερούνται αξιοπρέπειας, μεγαλείου ή ηθικής ανωτερότητας. Κατά περίπτωση εντοπίζει κανείς στην τρέχουσα γλώσσα μέγα αριθμό συνωνύμων, πολλαπλών αποχρώσεων και διαβαθμίσεων, όπως αισχρότητα, αχρειότητα, κακία, μικρότητα, μικροπρέπεια και μικρόνοια, αναίδεια, θρασύτητα, και τέλος, χαμέρπεια και σκατοψυχιά.
Social Media
Η ποταπότητα ως «ύφος» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Η ποταπότητα σήμερα δεν χρειάζεται καν να κρυφτεί, αφού έχει κανονικοποιηθεί και επιβραβευτεί και, το κυριότερο, έχει μετατραπεί σε κοινωνική δεξιότητα. Στα κοινωνικά δίκτυα η ποταπότητα μάλιστα εμφανίζεται ως επικοινωνιακή αρετή, για παράδειγμα, η ειρωνεία χωρίς σκέψη προβάλλεται ως «εξυπνάδα», ενώ η κακεντρέχεια χωρίς επιχειρήματα θεωρείται «άποψη» ή η δημόσια εξόντωση του άλλου συχνά «λογοδοσία». Η ποταπότητα, στις περιπτώσεις αυτές, κάθε άλλο παρά παρορμητική, είναι μεθοδική, κυρίως σύντομα σχόλια, μπόλικη ηθική αγανάκτηση σε δόσεις, επιλεκτική μνήμη, πλήρης απουσία αυτο-αμφισβήτησης. Το σημαντικότερο είναι ότι δεν θέτει ως απαίτηση την έγκυρη γνώση παρά μόνο στάση και βέβαια όρθια πάνω σε άλλους.
Ηθικισμός χωρίς ηθική: το κυρίαρχο νόμισμα
Στα social media ακόμη και ο κυνισμός είναι σήμερα ξεπερασμένος, καθώς σηκώνει κεφάλι κάτι πιο ύπουλο και δηλητηριώδες, αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, η ηθική βεβαιότητα των μικρών ψυχών. Ο σύγχρονος ποταπός δεν λέει «έχω δίκιο», ισχυρίζεται με οίηση «είμαι με το σωστό» και θεωρεί ότι αυτό τον απαλλάσσει από επιχειρήματα, ακρίβεια, ευθύνη. Συνεπώς, η σύγχρονη ποταπότητα γίνεται έτσι ανώδυνη για τον εαυτό της και απολύτως χολερική και επιθετική μόνο προς τους άλλους.
Από το timeline στην κάλπη: η πολιτική της μικρότητας
Στην πολιτική, αυτή η συμπεριφορά, θεσμοποιείται. Η σύγχρονη πολιτική ευδοκιμεί, υπόσχεται εκδίκηση, στόχους προς χλεύη, δεν παράγει βέβαια κανένα πολιτικό λόγο, μόνο εξαντλείται σε αναρτήσεις με εξουσία. Ο ποταπός πολιτικός μιλάει «όπως ο κόσμος» (δηλαδή χωρίς σκέψη), καμαρώνει για την απουσία πολυπλοκότητας, μετατρέπει την αγένεια, ακόμη και στη διπλωματία!, σε αυθεντικότητα, δηλαδή προσωπικό στιλ και ύφος. Και φυσικά βρίσκει κοινό ευήκοο και στις μέρες μας δη πολυάριθμο, γιατί δεν ανεβάζει κανένα επίπεδο, απλώς κατοχυρώνει και ενισχύει το υπάρχον.
Γιατί αυτή η ποταπότητα είναι τόσο ελκυστική;
Μα γιατί δεν ζητά κόπο, δεν ζητά γνώση, δεν ζητά μεταμόρφωση, μόνο συμμετοχή, ένα like, ένα σχόλιο, μια ψήφο, όλα με την ίδια λογική «να μη με ξεπεράσει κανείς». Και στο τέλος, η ποταπότητα είναι δημοκρατική με τον χειρότερο τρόπο, χωράει τους πάντες, αρκεί να μην ψηλώνει κανείς.
Η εκτεταμένη ποταπότητα δεν είναι απλώς αισθητικό ή ηθικό ζήτημα, είναι άκρως ανθρωπολογικό. Όταν η μικρότητα γίνεται κανονικότητα, η κακία πλάκα κανιβαλικού τύπου, η άγνοια θέση, τότε η πολιτική δεν εκφυλίζεται απλώς, εξομοιώνεται με το timeline: στιγμιαία, θυμική, χωρίς διάρκεια και χωρίς μνήμη. Η εποχή μας δεν παρήγαγε περισσότερη ποταπότητα, γι΄αυτό ας μην έχουμε αυταπάτες, παρήγαγε όμως συνθήκες, όπου η ποταπότητα δεν χρειάζεται πλέον να απολογηθεί, και όταν η ποταπότητα πάψει να ντρέπεται, δεν γίνεται πιο ειλικρινής αλλά κανόνας, όχι επειδή πείθει, αλλά επειδή κουράζει λιγότερο.
Η ανενδοίαστη ποταπότητα ως κανονικότητα είναι ακριβώς το σημείο, όπου η Hannah Arendt, ο Friedrich Wilhelm Nietzsche και η πρωιμότερη σατιρική παράδοση συναντιούνται με ανησυχητική ακρίβεια.
Η Arendt δεν μίλησε για τερατώδες κακό, αλλά για κάτι πολύ πιο τρομακτικό, την απουσία σκέψης (Gedankenlosigkeit, thoughtlessness), ανικανότητα σκέψης βέβαια και όχι απουσία νοημοσύνης. Τι σημαίνει αυτό σήμερα; Στα κοινωνικά δίκτυα και στη σύγχρονη πολιτική δεν έχουμε έλλειψη πληροφοριών, έχουμε έλλειψη εσωτερικού διαλόγου, έλλειψη της στοιχειώδους ερώτησης «τι κάνω όταν το λέω αυτό;». Η ποταπότητα με αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ακριβώς «αρεντιανή», καθώς δεν είναι ακριβώς αποτέλεσμα μίσους, αλλά αποτέλεσμα μη-σκέψης, και συνεπώς δεν έχει φρένο. Ο χρήστης που διασύρει, ο πολιτικός που χλευάζει, ο σχολιαστής που «εκτελεί» ηθικά, δεν αισθάνονται ενοχή αφού δεν αισθάνονται ότι δρουν πραγματικά, αλλά ότι απλώς «συμμετέχουν». Η Arendt μάλλον θα έλεγε: δεν πρόκειται για κακία χαρακτήρα, αλλά για ηθική αμνησία του παρόντος.
Από την άλλη ο Nietzsche μιλούσε για Ressentiment, παγιωμένο, χρονίζον μίσος των ανίσχυρων που δεν μπορεί να εκτονωθεί ως πράξη και γι’ αυτό μετατρέπεται σε ηθική αξιολόγηση, εν συντομία, μικρότητα που αυτοανακηρύσσεται σε αρετή. Εδώ ο Nietzsche είναι σχεδόν προφητικός. Το ressentiment δεν είναι απλώς φθόνος, αλλά φθόνος που ντύνεται ηθική ανωτερότητα. Ο άνθρωπος του ressentiment αντιστρέφει τις αξίες των άλλων, ονομάζει την αδυναμία «καλοσύνη», την ανικανότητα «ηθική ανωτερότητα». Ανικανότητα να δημιουργήσεις σε συνδυασμό με επιθυμία να υποτιμήσεις (Die Ohnmacht wird zur Tugend erklärt). Στα social media και στην πολιτική που τα μιμείται, η αποτυχία γίνεται ταυτότητα, η αγανάκτηση πρόγραμμα, η κακεντρέχεια δικαίωμα. Ο ποταπός δεν λέει: «Δεν μπορώ να ανέβω». Λέει: «Το ύψος είναι ύποπτο». Και βρίσκει πολιτική έκφραση σε ρητορικές που γελοιοποιούν τη γνώση, επιτίθενται στην πολυπλοκότητα, παρουσιάζουν κάθε διάκριση ως ελιτισμό. Αυτό είναι καθαρό ressentiment: η εκδίκηση των μικρών όχι απέναντι στους ισχυρούς, εντέλει απέναντι σε κάθε μορφή ύψους.
Από τον Αριστοφάνη στον Swift - και πότε η γελοιότητα ήταν επικίνδυνη (και πότε όχι): Εδώ η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Ο Αριστοφάνης γελοιοποιεί την εξουσία, η σάτιρά του έχει στόχο προς τα πάνω, υπάρχει μέτρο, ακόμη και στην ύβρη. Η γελοιότητα είναι εντέλει κριτική πράξη. Στον Swift η σκληρότητα της σάτιρας (A Modest Proposal) είναι εσκεμμένα απάνθρωπη. Στόχος της ήταν να σοκάρει τη συνείδηση και όχι να την υπνωτίσει. Η φρίκη είναι εργαλείο αφύπνισης. Σήμερα; Η ποταπότητα δεν σατιρίζει την εξουσία, είναι η εξουσία, δεν σοκάρει, μόνο επαναλαμβάνει, και τέλος δεν αποκαλύπτει αλλά κανονικοποιεί. Η γελοιότητα λειτουργεί ως περιβάλλον και διόλου ως καθρέφτης.
Τι γίνεται τελικά όταν η ποταπότητα γίνεται σύστημα. Αν ενώσουμε τα παραπάνω, την Gedankenlosigkeit - απουσία σκέψης (Arendt) ως ανευθυνότητα χωρίς ενοχή, το ressentiment (Nietzsche) - κακία ως ηθική ταυτότητα (Nietzsche), και την απώλεια σάτιρας ως γελοιότητα χωρίς κριτική απόσταση, τότε προκύπτει κάτι νέο και επικίνδυνο, μια κοινωνία, όπου η ποταπότητα δεν χρειάζεται πλέον ιδεολογία και επιχειρήματα, ούτε καν αληθινό θυμό, μόνο πλατφόρμα και αριθμούς. Η εποχή μας ενώ έχει ωστόσο αξίες, νοσεί απελπιστικά από αξίες χαμηλής οροφής, καθόσον η ποταπότητα δεν επιβλήθηκε δια της βίας, αλλά πρώτα ψηφίστηκε, μετά κοινοποιήθηκε και στο τέλος, επικροτήθηκε. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό, όχι ότι η ποταπότητα μιλάει πια δυνατά, αλλά προβάλλει πια ως αυτονόητη. Ελαφρώς διαφορετικά διατυπωμένο, ένα δηλητηριώδες κοκτέιλ προσφέρεται σήμερα άκρως δραστικό υπνωτικό και επικίνδυνο τόσο στα κοινωνικά δίκτυα όσο και στη σύγχρονη πολιτική, όπου οι δύο έννοιες συμπλέκονται: Gedankenlosigkeit στη μορφή, Ressentiment στο περιεχόμενο. Δηλαδή, δεν σκέφτομαι τι κάνω (Arendt), αλλά ξέρω πολύ καλά ποιον μισώ (Nietzsche). Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η Arendt μας έδειξε πώς το κακό γίνεται δυνατό χωρίς κακία και ο Nietzsche πώς η κακία γίνεται ηθική χωρίς δύναμη, συνεπώς, όταν αυτά τα δύο συναντηθούν, τότε η ποταπότητα είναι κάτι χειρότερο από ατομικό - προσωπικό ελάττωμα, γίνονται πολιτισμικό καθεστώς.
Η ποταπότητα στη λογοτεχνία
Η παγκόσμια λογοτεχνία διαθέτει πλούσια «πανίδα» ηρώων που ενσαρκώνουν την ποταπότητα και τα συνώνυμά της ως καθημερινή, πεζή και αυτάρεσκη στάση ζωής.
Ενδεικτικοί ήρωες της ποταπότητας και του μικρόψυχου κυνισμού, θα μπορούσαν να εκληφθούν: π.χ. ο Ιάγος (Οθέλλος, Σαίξπηρ), που δεν είναι απλώς κακός, αλλά και βαθιά μικρόψυχος. Η μηδαμινή αφορμή της ζήλιας του γεννά μια κολοσσιαία καταστροφή. Η σκατοψυχιά του έγκειται στο ότι δεν αντέχει την αξία των άλλων, γι’ αυτό και δεν την αντιμετωπίζει κατά μέτωπο, αλλά τη διαβρώνει υπόγεια, με ψιθύρους που σπέρνονται σαν δηλητήριο σε εύκολα αυτιά, με μισόλογα που υποκρίνονται τη φιλία, με υπονοούμενα που δεν αποδεικνύουν τίποτα αλλά αρκούν για να σαπίσουν τα πάντα. Οι ψίθυροί του μολύνουν, θολώνουν, υπονομεύουν αργά, μέχρι να γκρεμιστεί ολόκληρος ο κόσμος του άλλου εκ των έσω.
Ο Φιοντόρ Παβλόβιτς Καραμάζοφ (Αδελφοί Καραμάζοφ, Ντοστογιέφσκι) ενσαρκώνει την ποταπότητα σε πατριαρχική μορφή, με τη χυδαιότητα, τη φιλαργυρία, την ηθική ακαθαρσία, και την πλήρη αδιαφορία για κάθε πνευματική ή συναισθηματική ευθύνη. Και βέβαια δεν διαθέτει τραγικό μέγεθος, είναι απλώς αποκρουστικός.
Ένας άλλος ήρωας πάλι από τον ίδιο συγγραφέα, ο Πιοτρ Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι (Δαιμονισμένοι, Ντοστογιέφσκι), αποτυπώνει τον επαναστάτη χωρίς ιδέες, τον μηχανορράφο χωρίς πίστη. Η μικροπρέπειά του μπορεί να ντύνεται με «ιστορική αναγκαιότητα» και ιδεολογικό λεξιλόγιο, στην ουσία όμως παραμένει καθαρή κενότητα.
Στον Ταρτούφο (Μολιέρος), η χαμέρπεια αποτυπώνεται σε θεατρική καθαρότητα, υποκρισία, ευσεβή απληστία, ηθικό παρασιτισμό. Η ποταπότητα εδώ είναι κοινωνικά επιτυχημένη και γι’ αυτό εξαιρετικά επικίνδυνη.
Ο καθηγητής Unrat alias Professor Filth (Ο Γαλάζιος Άγγελος, Χάινριχ Μαν) είναι η προσωποποίηση της μικρότητας του μικρού εξουσιαστή. Ηθικιστής προς τα κάτω, δουλοπρεπής προς τα πάνω, σαδιστικά αυστηρός μόνο εκεί όπου δεν κινδυνεύει.
Ο Jacob van Bruggen (Μαξ Φρις, Στίλλερ) αλλά και παρόμοιοι γραφειοκρατικοί τύποι αποπνέουν την σκατοψυχιά της κανονικότητας, άνθρωποι που δεν κάνουν «μεγάλα εγκλήματα», αλλά συναινούν σε όλα τα μικρά.
Η λογοτεχνία μάς δίδαξε εγκαίρως ότι η ποταπότητα σπανίως φοράει κέρατα ή κρατάει μαχαίρι. Συνήθως φοράει κάθε λογής ένδυμα, επικαλείται αρχές, μιλάει για τάξη, ηθική, κανονικότητα και φροντίζει πάντα να βγαίνει λάδι. Δεν θέλει να καταστρέψει τον κόσμο, αρκείται στο να τον μικρύνει, να τον κάνει υποφερτό μόνο για τον εαυτό της. Κι αν ο τραγικός ήρωας πέφτει από ύψος, ο χαμερπής δεν πέφτει ποτέ, σέρνεται εξαρχής. Γι’ αυτό και επιβιώνει. Η ποταπότητα, άλλωστε, δεν προϋποθέτει μεγαλείο, επιζητεί διάρκεια, και ως προς αυτό, οφείλουμε να το παραδεχτούμε, είναι εσαεί ασυναγώνιστη.
Ας την πάρουμε λοιπόν συστηματικά, σχεδόν… επιστημονικά, γιατί τίποτε δεν προσβάλλει περισσότερο τη ποταπότητα από το να καταγραφεί ψυχρά, χωρίς πάθος και χωρίς φόβο. Θα προτείνω μια τετραμερή τυπολογία, με λογοτεχνικά πρόσωπα-παραδείγματα και σαφή λειτουργική διάκριση:
Ιδεολογική ποταπότητα (η μικρότητα που μιλάει στο όνομα του Μεγάλου Νοήματος)
Ας δούμε μερικά βασικά χαρακτηριστικά της, όπως ότι υποτάσσει τον άνθρωπο στην Ιδέα, από ματαιοδοξία και όχι από πίστη, χρησιμοποιεί κυρίως αφηρημένες έννοιες (Ιστορία, Λαός, Πρόοδος, Έθνος) για να καλύψει προσωπικά απωθημένα. Η ιδεολογική ποταπότητα μισεί λοιπόν την αμφιβολία επειδή φοβάται και όχι επειδή πιστεύει.
Πολλά λογοτεχνικά παραδείγματα, όπως ο Πιοτρ Βερχοβένσκι, που αναφέρθηκε και παραπάνω (Δαιμονισμένοι, Ντοστογιέφσκι), καθώς ενσαρκώνει τον επαναστάτη χωρίς ιδέα, την ιδέα χωρίς άνθρωπο, ή ο Ναπολέων, στο τέλος της Ανθρώπινης Μοίρας (Α. Μαλρώ), όπου λειτουργεί ως σύμβολο της Ιστορίας που νομιμοποιεί εκ των υστέρων τη σκληρότητα (η Ιστορία εμφανίζεται ως μηχανισμός μεταθανάτιας αθώωσης της βίας), ή τέλος, οι κομματικοί μηχανισμοί στον Όργουελ (1984), όπου αντί για τυραννία πάθους κυριαρχεί η τυραννία της κανονικότητας. Κι αν για τα παραπάνω αναζητεί κανείς ένα κλειδί ερμηνείας θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ιδεολογική ποταπότητα δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο, παρά μόνο να δικαιωθεί μέσα του.
Οικογενειακή ποταπότητα (η μικρότητα που ευδοκιμεί στο «για το καλό σου»)
Ο συναισθηματικός εκβιασμός και η παθητική επιθετικότητα είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της, καθώς η εξουσία ασκείται μέσω οικειότητας και καταστρέφει χωρίς να φαίνεται, γιατί «είμαστε οικογένεια».
Στα λογοτεχνικά παραδείγματα μου έρχεται και πάλι πρόχειρα ο Φιοντόρ Παβλόβιτς Καραμάζοφ, ο πατέρας–παράσιτο και ηθικά ανεύθυνος ή οι γονεϊκές φιγούρες στον Ίψεν (Βρικόλακες, Κουκλόσπιτο, Αγριόπαπια, Έντα Γκάμπλερ, Ρόσμερσχολμ), όπου η οικογένεια υπάρχει ως μηχανισμός μετάδοσης ενοχής και υποκρισίας. Εδώ η ποταπότητα είναι ανέλεγκτη, γιατί καλύπτεται με στρώσεις συναισθήματος και δεν χρειάζεται δικαιολογία αφού επικαλείται τη συγγένεια.
Γραφειοκρατική ποταπότητα (η μικρότητα που λειτουργεί άψογα μέσα στο σύστημα)
Γραφειοκρατία που δεν μισεί, απλώς εκτελεί διαδικασίες, δεν σκέφτεται, απλώς επικαλείται κανονισμούς, το κακό παράγεται χωρίς πρόθεση, άρα χωρίς τύψεις. Στα λογοτεχνικά παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν, οι αξιωματούχοι στη Δίκη του Κάφκα, όπου κανείς δεν ευθύνεται και όλοι συνεργούν, ο Άιχμαν (ως αφηγηματική φιγούρα μέσω Arendt), ο άνθρωπος χωρίς βάθος, χωρίς σαδισμό, χωρίς σκέψη, ή το σκοτεινότερο παράδειγμα, οι δημόσιοι υπάλληλοι στον Μούζιλ, ακριβείς, άδειοι, και ακίνδυνοι μόνο φαινομενικά. Η γραφειοκρατική ποταπότητα είναι η πιο ανθεκτική μορφή, καθώς πάντα επιβιώνει όλων των καθεστώτων.
Excursus
H γραφειοκρατική ποταπότητα στον Μούζιλ χρήζει κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερης μνείας καθώς εμφανίζεται ως υποδειγματική κανονικότητα, σχεδόν ως ηθικό επίτευγμα. Θα αναφερθώ κυρίως στον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες (Der Mann ohne Eigenschaften), όπου η αυστροουγγρική διοίκηση λειτουργεί ως οντολογικό μοντέλο ανθρώπου και όχι απλώς ως κοινωνικό πλαίσιο.
Στο κεντρικό αφηγηματικό πλαίσιο του μυθιστορήματος υπάρχει η «Παράλληλη Δράση» (Parallelaktion), η επιτροπή που συγκροτείται για να οργανώσει τους εορτασμούς των 70 χρόνων βασιλείας του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ. Θα λέγαμε, «το τίποτα οργανωμένο άψογα». Συμμετέχουν ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, διπλωμάτες, στρατιωτικοί, λόγιοι. Όλοι μιλούν με ακραία ακρίβεια και υπερβολική σοβαρότητα. Κανείς δεν μπορεί να διατυπώσει έναν σαφή σκοπό. Η γραφειοκρατική μικρότητα και κενότητα εδώ έγκειται στην απόλυτη αδυναμία νοήματος. Ο Μούζιλ περιγράφει συσκέψεις, όπου η γλώσσα λειτουργεί άψογα μεν, αλλά δεν παράγει περιεχόμενο, η διοίκηση λειτουργεί ακριβώς όπως πρέπει, και γι’ αυτό είναι επικίνδυνη. Στις επαναλαμβανόμενες σκηνές με συμβούλους, διευθυντές, γραμματείς, επιτροπές και υποεπιτροπές, υπάρχουν οι ανώνυμοι κρατικοί λειτουργοί που είναι άνθρωποι ως φόρμες, καθώς δεν έχουν εσωτερική ζωή που να ενδιαφέρει τον αφηγητή, ορίζονται από τον τίτλο τους: Sektionschef, Hofrat, Ministerialrat. Η προσωπικότητά τους έχει αντικατασταθεί πλήρως από διοικητική λειτουργία. Ο Μούζιλ βεβαίως δεν τους γελοιοποιεί χονδροειδώς, τους παρουσιάζει εντούτοις με απόλυτη ψυχραιμία, και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ειρωνεία, αφού είναι άνθρωποι που δεν χρειάζεται να είναι κακοί, γιατί δεν χρειάζεται καν να είναι άνθρωποι.
Ο Κόμης Λάινσντορφ (Graf Leinsdorf) ως κεντρικός οργανωτής της Παράλληλης Δράσης είναι η ενσάρκωση της «εύλογης ανικανότητας». Πιστεύει ειλικρινά στην αποστολή του, είναι ευγενής, λογικός, μετριοπαθής, αλλά δεν παίρνει ποτέ ουσιαστική απόφαση. Η ποταπότητα εδώ είναι δομική: ο Λάινσντορφ δεν θέλει να βλάψει κανέναν, αλλά δεν μπορεί να φανταστεί τίποτε έξω από το σύστημα, η σκέψη του κινείται αποκλειστικά μέσα σε διοικητικά ενδεχόμενα, ποτέ σε πραγματικά ανθρώπινα διακυβεύματα.
Η γλώσσα της διοίκησης, στις περιγραφές του ύφους των εγγράφων, των συζητήσεων, των εισηγήσεων, παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον καθώς συνιστά ακρίβεια χωρίς νόημα. Τί παρατηρεί ο Μούζιλ; Υπερβολικά ακριβείς διατυπώσεις για ασήμαντα θέματα, φράσεις που μοιάζουν προσεκτικές αλλά δεν λένε τίποτα, γλώσσα που προλαμβάνει κάθε ευθύνη. Στην περίπτωση αυτή, η γραφειοκρατική μικρότητα γίνεται γλωσσική, η ακρίβεια υπηρετεί μόνο τη διάχυση της ευθύνης. Γιατί όμως οι δημόσιοι υπάλληλοι στον Μούζιλ είναι «ακίνδυνοι μόνο φαινομενικά»; Διότι δεν αντιστέκονται ποτέ σε ό,τι έρχεται, δεν παράγουν ιδέες, μόνο τις υποδέχονται πειθήνια και μεριμνούν αποκλειστικά για την κανονικοποίησή τους.
Ο Μούζιλ γράφει έναν κόσμο λίγο πριν την κατάρρευση της αυτοκρατορίας και λίγο πριν τον 20ό αιώνα των μαζικών εγκλημάτων. Η διοικητική ακρίβεια χωρίς νόημα είναι το πρόπλασμα εκείνης της ιστορικής μετάβασης. Στον Μούζιλ, ο δημόσιος υπάλληλος δεν είναι ο δήμιος, είναι όμως ο πρόλογος του δημίου, δεν σκοτώνει μεν, συντάσσει όμως το πρακτικό, βεβαίως αποφασίζει, και βεβαίως επιβεβαιώνει ότι «όλα έγιναν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες», και – η απόλυτη ειρωνεία!!! - όταν έρθει η καταστροφή, θα έχει ήδη φροντίσει να υπάρχει φάκελος!
Ηθική» ποταπότητα (η μικρότητα που φοράει τον μανδύα της αρετής)
Στα κύρια χαρακτηριστικά της περιλαμβάνονται ο ηθικισμός χωρίς ηθική, η επιλεκτική ευαισθησία που εκδηλώνεται με αυστηρότητα προς τους αδύναμους, επιείκεια προς τους ισχυρούς καθώς και η απόλαυση της καταδίκης. Στα λογοτεχνικά παραδείγματα μπορούν, αν αναφερθούν ο Ταρτούφος (Μολιέρος), που καθιστά την ευσέβεια επάγγελμα, οι κοινωνικές φιγούρες στην Κυρία Μποβαρύ, μέρος μιας κοινωνίας που λιθοβολεί με ευγένεια ή ο δικαστής στον Ξένο του Καμύ, ένας όχι κακός άνθρωπος, απλώς βέβαιος για την ηθική του ανωτερότητα. Η «ηθική» ποταπότητα δεν θέλει να σώσει ψυχές, αρέσκεται όμως να μετράει πτώματα συνείδησης.
Συνοπτικά μέχρις εδώ, θα μπορούσε κανείς να υποδείξει ότι η ποταπότητα δεν είναι παθολογία, αλλά στρατηγική επιβίωσης των μικρών ψυχών μέσα σε μεγάλες λέξεις. Δεν χρειάζεται ταλέντο, μόνο υπομονή, και προσαρμόζεται θαυμάσια, γίνεται πατέρας, επαναστάτης, υπάλληλος ή ηθικός κριτής, ανάλογα με τις ανάγκες της εποχής και της περίστασης.
Η λογοτεχνία ως αντίρροπη μορφή στην ποταπότητα
Η λογοτεχνία αποκαθιστά το βάθος απέναντι στη Gedankenlosigkeit / thoughtlessness (Arendt)
Η ποταπότητα ευδοκιμεί εκεί όπου η σκέψη έχει αντικατασταθεί από αντίδραση. Η λογοτεχνία αντιστέκεται επιβάλλοντας χρόνο, σιωπή, εσωτερικό διάλογο.
Εξαιρετικό παράδειγμα προσφέρει ο Ντοστογιέφσκι. Στους Αδελφούς Καραμάζοφ ή στο Έγκλημα και Τιμωρία, οι χαρακτήρες δεν κρίνονται άμεσα, η συνείδηση διασπάται, η σκέψη γίνεται επώδυνη διαδικασία. Ο Ρασκόλνικοφ δεν «παίρνει θέση», διαλύεται πρωτίστως εσωτερικά. Αυτό είναι δυνητικά το αντίθετο της Gedankenlosigkeit: η πράξη που δεν κλείνει, αλλά ανοίγει άβυσσο σκέψης. Η λογοτεχνία, εδώ, μαθαίνει στον αναγνώστη κάτι ριζικά αντίθετο στην ποταπότητα, να μην απαντά αμέσως.
Η λογοτεχνία αποδομεί το ressentiment αντί να το δικαιώνει
Το ressentiment ζει από την ηθική βεβαιότητα και την αυτοθυματοποίηση. Η μεγάλη λογοτεχνία το κάνει γελοίο, τραγικό ή αυτοκαταστροφικό. Το καλύτερο παράδειγμα, προσφέρει ο Φλομπέρ στο Μπουβάρ και Πεκυσέ. Δύο άνθρωποι, με άποψη για τα πάντα, γνώση για τίποτα, και αγανάκτηση χωρίς βάθος. Ο μέγας Φλομπέρ αρνείται να τους καταγγέλλει, τους αφήνει θαυμάσια να εκτεθούν μόνοι τους. Αυτό είναι κρίσιμο, η λογοτεχνία αποφεύγει να υιοθετήσει τη γλώσσα της αγανάκτησης, αρκείται να τη διαλύσει με ακρίβεια (και επιτυχώς).
Η λογοτεχνία αποκαθιστά την ευθύνη του προσώπου
Η ποταπότητα λειτουργεί μαζικά, ανώνυμα, αριθμητικά. Η λογοτεχνία επιμένει στο πρόσωπο. Παράδειγμα, το σύμπαν του Κάφκα. Στη Δίκη το σύστημα είναι απρόσωπο, αλλά ο Γιόζεφ Κ. υποφέρει προσωπικά. Ο Κάφκα δεν προσφέρει αίτημα για συλλογική εκτόνωση, δεν ισχυρίζεται ότι «φταίνε όλοι», υποδεικνύει μόνο μοναξιά ευθύνης, ακόμη κι όταν η ευθύνη είναι ασαφής. Αυτό είναι ριζικά απέναντι στην ποταπότητα, καθώς δεν επιτρέπει τη διάχυση της ενοχής.
Η λογοτεχνία αντιστέκεται χρονικά, δεν ζει στο τώρα
Η ποταπότητα είναι στιγμιαία, αντιδραστική, χωρίς μνήμη. Η λογοτεχνία λειτουργεί με διάρκεια, επαν-ανάγνωση, αναστοχασμό. Παράδειγμα, ο Προυστ. Στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, τίποτα δεν «παίρνει θέση», όλα επιστρέφουν μεταμορφωμένα, η εμπειρία του βιώματος μεταπλάθεται και δεν καταναλώνεται. Η λογοτεχνία, έτσι, είναι εχθρός της μικρότητας, επειδή αρνείται να εξαντληθεί σε αντίδραση.
Η λογοτεχνία ως ηθική χωρίς ηθικισμό
Εδώ είναι ίσως η πιο ουσιαστική λειτουργία της. Η λογοτεχνία δεν λέει «να είσαι καλός», «να σκέφτεσαι σωστά», «να μην είσαι σκατόψυχος». Κάνει κάτι πιο επικίνδυνο, σε αναγκάζει να συγκατοικήσεις με συνειδήσεις που δεν σου μοιάζουν!
Αυτό είναι το αντίδοτο, όχι καταγγελία και ανωτερότητα, αλλά πολλαπλότητα εσωτερικής ζωής. Η ποταπότητα θέλει ταχύτητα, βεβαιότητα, καθαρούς εχθρούς. Η λογοτεχνία αντιστέκεται επειδή καθυστερεί, περιπλέκει, αρνείται την ηθική ευκολία. Γι’ αυτό και δεν είναι δημοφιλής σε εποχές γενικευμένης ποταπότητας, δεν «ανεβάζει engagement» αλλά βάθος, και αυτό, ιστορικά, ήταν πάντα πιο περίπλοκο αν όχι επικίνδυνο.
Η λογοτεχνία, λοιπόν, δεν αντιμάχεται την ποταπότητα στο πεδίο όπου εκείνη κυριαρχεί, δεν την αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη αγανάκτηση, πιο «ορθή» ηθική ή εντονότερη καταγγελία. Αν το έκανε, θα είχε ήδη ηττηθεί, γιατί θα μιλούσε τη γλώσσα της!
Η δύναμή της βρίσκεται αλλού, στο ότι αρνείται τους ρυθμούς, τις συντομεύσεις και τις βεβαιότητες που καθιστούν την ποταπότητα αποτελεσματική. Απέναντι στη σκέψη που παραιτείται, η λογοτεχνία επιβάλλει σκέψη που πονά. Απέναντι στο ressentiment, επιμένει στη γελοιοποίηση ή στην τραγική του αυτο-ακύρωση. Απέναντι στη μαζική διάχυση της ευθύνης, επαναφέρει το πρόσωπο ως αδιαπραγμάτευτο τόπο εμπειρίας. Και απέναντι στο στιγμιαίο τώρα της αντίδρασης, εγκαθιδρύει έναν χρόνο που επιστρέφει, μεταμορφώνει και δεν επιτρέπει τη λήθη να λειτουργήσει ως άφεση.
Γι’ αυτό η λογοτεχνία δεν «βελτιώνει» τον άνθρωπο με την ηθικοπλαστική έννοια, παρά μόνο τον αποσταθεροποιεί, του στερεί την άνεση της ταύτισης, τον αναγκάζει να κινηθεί μέσα σε εσωτερικές αντιφάσεις, να αντέξει την ασάφεια, να παραμείνει σε μια σκέψη που δεν κλείνει γρήγορα. Και ακριβώς αυτή η αδυναμία κλεισίματος είναι το βαθύτερο αντίδοτο στην ποταπότητα, η οποία χρειάζεται πάντα καθαρές γραμμές, άμεσες απαντήσεις και απλοποιημένους εχθρούς. Σε εποχές γενικευμένης ποταπότητας, η αυθεντική λογοτεχνία γίνεται εμπόδιο, στη βιασύνη, στη βεβαιότητα, στην αυτάρεσκη ηθική. Και ίσως αυτός να είναι ο πιο ριζοσπαστικός της ρόλος, όχι να μας δείξει πώς να ζούμε καλύτερα, αλλά να μας καταστήσει "ανίκανους" να ζούμε πρόχειρα.
