Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

Silence and the Eclipse of Logos: Rupture, Residue, and Reconfiguration in The Dark Island by Antonis Nikolís

      Silence and the Eclipse of Logos: Rupture, Residue, and Reconfiguration in The Dark Island by Antonis Nikolís   Αντώνης Νικολής , Το Σκοτεινό Νησί ―εκδόσεις Ποταμός 2019 Introduction: Logos in Decline - Language at the Edge of Cultural Extinction The novella The Dark Island by Antonis Nikolís, a work of considerable interpretive density and distinctive formal coherence, situates itself among the most radical and introspective contributions to contemporary Greek literature. It constructs a narrative world in which the crisis of Logos is intrinsically bound to the erosion of historical continuity, moral order, and subjective cohesion. The work unfolds within a post-catastrophic environment marked by biopolitical control, genetic segregation, and extreme isolation, where language no longer functions as a stable medium of meaning-making but persists instead as the residual trace of a cultural formation already undergoing advanced decomposition. In this re...

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

 

 

Η ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ διαθέτει μια σιωπηλή αξιοπρέπεια. Πρόκειται για μια επιστήμη που στηρίζεται στην υπομονή, στην επανάληψη και σε μια σχεδόν πεισματική προσήλωση στη λεπτομέρεια. Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι δεν ανακαλύπτουν βασιλιάδες. Ανακαλύπτουν στρώματα χώματος, μικρές μετατοπίσεις στη σύσταση του εδάφους, θραύσματα που αποκτούν σημασία μόνο όταν ενταχθούν σε ένα μεγαλύτερο σύνολο. Η πρόοδος είναι αργή, συχνά αόρατη, και σπάνια θεαματική. Σε αυτό το πλαίσιο, η φράση του William Shakespeare από τον Ριχάρδο τον III: Now is the winter of our discontent / Made glorious summer by this sun of York (Τώρα ο χειμώνας της δυσαρέσκειάς μας έγινε λαμπρό καλοκαίρι χάρη σε αυτόν τον ήλιο της Υόρκης), ηχεί σχεδόν ειρωνικά, καθώς η επιστήμη σπάνια γνωρίζει τόσο απότομες μεταβάσεις.

 

Γι’ αυτό και η ιστορία της Philippa Langley (Philippa Langley, Michael Jones, The Lost King: The Search for Richard III (2013) – η πρώτη δημοσίευση είχε τον τίτλο:  The King's Grave) προκαλεί ένα ιδιότυπο αίσθημα αμηχανίας. Όχι επειδή δεν είναι εντυπωσιακή (όντως είναι!)· αλλά επειδή παρακάμπτει όλα όσα συνήθως απαιτούνται. Ένας άνθρωπος εκτός θεσμών, χωρίς ακαδημαϊκή ιδιότητα, καταλήγει να εντοπίζει τον σκελετό του Ριχάρδου του III κάτω από έναν χώρο στάθμευσης. Η επιστήμη, που έχει μάθει να κινείται με μικρά βήματα, καλείται ξαφνικά να συμβιβαστεί με ένα άλμα, σχεδόν σαν να έχει προηγηθεί η απόφαση I am determined to prove a villain” (Είμαι αποφασισμένος να αποδειχθώ κακός), μόνο που εδώ ο «ρόλος» αντιστρέφεται: η πραγματικότητα αποφασίζει να διαψεύσει το στερεότυπο.

 

Η ταινία The Lost King (Ο Χαμένος Βασιλιάς), σε σκηνοθεσία Stephen Frears, επιλέγει να αφηγηθεί αυτή την ιστορία της Philippa Langley με τρόπο που καθιστά το άλμα ακόμη μεγαλύτερο. Η έρευνα συμπυκνώνεται, η μεθοδικότητα υποχωρεί, και στη θέση τους προβάλλεται κάτι πιο άμεσο: μια εσωτερική βεβαιότητα, σχεδόν μια προσωπική αποστολή. Ο βασιλιάς εμφανίζεται ως οπτασία, η διαίσθηση(!) αποκτά κύρος τεκμηρίου, και η ανασκαφή μοιάζει λιγότερο με αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας και περισσότερο με επιβεβαίωση ενός προαισθήματος. Θα έλεγε κανείς ότι η αφήγηση «ντύνει» την πραγματικότητα με δραματουργία, όπως ο ίδιος ο Ριχάρδος ομολογεί: And thus I clothe my naked villainy…” (Κι έτσι ντύνω τη γυμνή μου κακία…), μόνο που εδώ αυτό που ντύνεται δεν είναι η κακία αλλά η διαδικασία.

Καθώς η Philippa προχωρούσε στην έρευνά της, συναντούσε εύλογες αντιστάσεις. Όταν άρχισε να αναζητά χρηματοδότηση για την ανασκαφή, προσέγγισε έναν αρχαιολόγο και του παρουσίασε τα ευρήματά της. Η ίδια μελετούσε με τον τρόπο της, παθιασμένα και  εκτενώς, χωρίς όμως να είναι σε θέση να καταστήσει σαφές τι ακριβώς την έπειθε ότι η επικρατούσα αφήγηση ήταν λανθασμένη, τόσο για την προσωπικότητα του Ριχάρδου, για τη σωματική του κατάσταση, που παρέπεμπε στον ομηρικό Θερσίτη, τον πιο άσχημο και κακό άνδρα που βρέθηκε πότε κάτω από τα τείχη της Τροίας, όσο και για τον τρόπο της ταφής του, αν δηλαδή το κουφάρι του καταποντίστηκε στο ποτάμι ή αν έλαβε στοιχειώδη ταφή, όπως η ίδια αποδεχόταν και ο ιδιόρρυθμος σύλλογος των Ricardians πρέσβευαν. Αν ανατρέξει κανείς στα γεγονότα του 2012, η Langley, ως ιδιώτης χωρίς καμία σύνδεση με πανεπιστήμιο ή ισχυρό ίδρυμα, κατάφερε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για μια αρχαιολογική ανασκαφή σε έναν τυχαίο χώρο στάθμευσης στο Leicester, με την ελπίδα να εντοπίσει τον τάφο του Ριχάρδου III. Βασιζόμενη σε μεσαιωνικούς χάρτες και σε μαρτυρίες ανθρώπων που ήταν παρόντες στην ταφή του το 1485, περιόρισε την πιθανή τοποθεσία. Η ανασκαφή ξεκίνησε.  

Το πλέον όμως αντικανονικό στοιχείο στην προσέγγισή της ήταν ότι αντί να παρέχει αδιάσειστα τεκμήρια, η εμμονική Philippa έμοιαζε να ακολουθεί διαρκώς το ένστικτό της, λαμβάνοντας «σημάδια», όπως ένα τεράστιο γράμμα «R» στον χώρο στάθμευσης και πιθανό τόπο της αποκλίνουσας ταφής του «σφετεριστή» μονάρχη, που στην πραγματικότητα σήμαινε τη δέσμευση της θέσης για το προσωπικό της υπηρεσίας στο παρακείμενο κτίριο.

Αλλά τελικά αρκεί για την αξιοπιστία της έρευνας, για το τι συνέβη πραγματικά, η επίμονη εργασία, η όποια ικανότητα να διαβάζει κανείς πίσω από τις γραμμές προκατειλημμένων - διαμεσολαβημένων πηγών; Τα συναισθήματα έχουν βεβαίως τη θέση τους, η ανασκαφή όμως ενός βασιλιά απαιτεί κάτι περισσότερο.

 

Για έναν σύγχρονο αρχαιολόγο, αυτό το σχήμα δημιουργεί χωρίς άλλο φαιδρότητα και στην καλύτερη περίπτωση ένα σενάριο φαντασίας μεταξύ συναδέλφων πίνοντας ένα ποτήρι κρασί ή μπύρα. Όχι όμως επειδή η φαντασία απουσιάζει από την επιστήμη, κάθε υπόθεση ξεκινά ως υπόθεση εργασίας, αλλά επειδή η φαντασία στην πρώτη περίπτωση οφείλει να περιορίζεται από τη βάσανο των στοιχείων. Η ιδέα ότι ένας χαμένος βασιλιάς μπορεί να εντοπιστεί επειδή «κάπου πρέπει να είναι εδώ» ανήκει σε μια άλλη κατηγορία αναζητήσεων, πιο κοντά σε εκείνους που εξακολουθούν να εντοπίζουν τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου σε κάθε πιθανό σημείο της Αλεξάνδρειας, με αξιοθαύμαστη συνέπεια και ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Ένα είδος ήρεμης βεβαιότητας ότι, στο τέλος, «το βασίλειο για ένα άλογο»—“A horse! A horse! My kingdom for a horse!” (Ένα άλογο! Το βασίλειό μου για ένα άλογο!), θα δοθεί, αρκεί να φτάσει κανείς πρώτος στη σωστή θέση.

 

Κι όμως, εδώ στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην πόλη του Leicester, εμφανίστηκε ένα άκρως ενοχλητικό γεγονός: η ιστορία λειτούργησε! Ο σκελετός βρέθηκε!! Απίστευτο, κι όμως αληθινό, τον βρήκαν από την πρώτη κιόλας μέρα: ο ακέραιος σκελετός του, με τη σπονδυλική στήλη καμπυλωμένη από σκολίωση και το θανατηφόρο τραύμα στο κρανίο. Ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς, επίμονης προσπάθειας. Οι «Ricardians», όπως αυτοαποκαλούνται, δεν πίστεψαν ποτέ την εκδοχή ότι το σώμα του Richard πετάχτηκε στο ποτάμι μετά τη μάχη του Battle of Bosworth Field. 

 

Στόχος τους ήταν να διορθώσουν το ιστορικό αρχείο και να αποκαταστήσουν τη φήμη του Ριχάρδου του III, ο οποίος συνήθως παρουσιάζεται όχι μόνο ως κακός, αλλά και ως «σφετεριστής», ένας μη νόμιμος βασιλιάς. Οι Ricardians αμφισβητούσαν αυτή την αφήγηση, θέτοντας ερωτήματα. Για παράδειγμα, η πόλη του York αντέδρασε στην είδηση του θανάτου του ως εξής: «Ο βασιλιάς Ριχάρδος, που μέχρι πρότινος βασίλευε ελεήμονα επάνω μας, φονεύθηκε και δολοφονήθηκε οικτρά μέσω μεγάλης προδοσίας, προς μεγάλη θλίψη αυτής της πόλης». Καμία σχέση με πανηγυρισμούς τύπου «πέθανε ο διαβολικός μονάρχης». Καμία αναφορά σε τυραννία. Καμία στους πρίγκιπες του Πύργου που υποτίθεται ότι τους σκότωσε για να μην έχουν βλέψεις στο θρόνο του. Για τη φήμη του Ριχάρδου ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό ο William Shakespeare, που τον παρουσιάζει σχεδόν ως καρικατούρα κακού, βάζοντάς τον να λέει:

«Κι έτσι ντύνω τη γυμνή μου κακία

με παλιά αποσπάσματα κλεμμένα από ιερά κείμενα,

και μοιάζω άγιος, όταν περισσότερο παίζω τον διάβολο.»

Ο Shakespeare άντλησε την ερμηνεία του από τα ήδη υπάρχοντα χρονικά (ο Ριχάρδος είχε πεθάνει μόλις έναν αιώνα πριν). Έκτοτε, η φήμη του «σφετεριστή» παρέμεινε στα χέρια των αντιπάλων του.

 

Η επιμονή, είτε την ονομάσει κανείς έρευνα είτε εμμονή, παρήγαγε τελικά στην περίπτωση του τάφου του Ριχάρδου του ΙΙΙ αποτέλεσμα. Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί τη σημασία της μεθόδου, εισάγει, όμως, μια μικρή ρωγμή στην αυτάρκειά της. Διότι η επιστήμη προϋποθέτει ορθώς δεδομένα, αλλά προϋποθέτει και κάποιον που θα επιμείνει αρκετά ώστε να τα αναζητήσει, ακόμη κι όταν η συνείδηση ψιθυρίζει αμφιβολίες, “O coward conscience, how dost thou afflict me!” (Ω δειλή συνείδηση, πώς με βασανίζεις!).

Εδώ η μορφή της Philippa Langley γίνεται δραματική στη ζωή της, και αμφίσημη  σεναριακά, αφηγηματικά. Μπορεί να ιδωθεί ως παράδειγμα του κινδύνου που εγκυμονεί η υπερβολική εμπιστοσύνη στο προσωπικό όραμα: η τάση να προσαρμόζονται τα στοιχεία σε μια ήδη διαμορφωμένη αφήγηση. Μπορεί όμως να ιδωθεί και ως κάτι λιγότερο αυτάρεσκο και περισσότερο υπαρξιακό: η ανάγκη να δοθεί μορφή και κατεύθυνση σε μια ζωή που διαφορετικά θα παρέμενε επίπεδη, βυθισμένη σε μια άβυσσο θλίψης. Η επιθυμία να «ανακαλύψει» κανείς κάτι μεγάλο συνορεύει συχνά με την επιθυμία να γίνει ο ίδιος μέρος της ανακάλυψης, να μπορεί, με έναν τρόπο, να «χαμογελά και να δρα ενώ χαμογελά»: I can smile, and murder whiles I smile.” (Μπορώ να χαμογελώ και να δρω, ή να καταστρέφω, ενώ χαμογελώ).

Η ταινία ενισχύει αυτή την εκδοχή, μετατρέποντας την αναζήτηση σε μια σχεδόν ρομαντική σχέση. Η ιστορία μάλλον δεν αρκεί από μόνη της, χρειάζεται από τη μια το καλλιτεχνικό βλέμμα, και από την άλλη μια σιωπηλή, διακριτική κατανόηση στην ηρωίδα και στην προσωπική της σύνδεση με τον νεκρό. Ο Ριχάρδος III παύει να είναι αντικείμενο έρευνας και γίνεται συνομιλητής. Η απόσταση που επιβάλλει η ιστορική μελέτη μειώνεται, προς όφελος μιας πιο άμεσης, αλλά και πιο ασταθούς, οικειότητας.

Σε αυτό το σημείο, το ερώτημα παύει να αφορά μόνο την ακρίβεια της αναπαράστασης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι προσεγγίζουν το παρελθόν για να νοηματοδοτήσουν το παρόν τους. Η αρχαιολογία, με την αργή της πειθαρχία, προσφέρει ένα είδος ταπεινότητας· υπενθυμίζει ότι η αλήθεια προκύπτει μέσα από συσσωρεύσεις μικρών ενδείξεων. Η εναλλακτική προσέγγιση υπόσχεται κάτι διαφορετικό: μια στιγμή αποκάλυψης, όπου όλα αποκτούν ξαφνικά νόημα.

Ίσως τελικά το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο μεθόδους, αλλά στην επιμονή που τις τροφοδοτεί. Είτε εκδηλώνεται ως επιστημονική πειθαρχία είτε ως προσωπική εμμονή, η ανάγκη να αποκαλυφθεί κάτι κρυμμένο, ένας βασιλιάς, μια αλήθεια, ένα νόημα, παραμένει η ίδια. Η διαφορά έγκειται στο τι είναι διατεθειμένος κανείς να δεχτεί ως απόδειξη, και ἱστορίης ἀπόδεξις είναι ο θεμέλιος λίθος των αρχαιογνωστικών επιστημών.

 

Και κάπου εκεί, κάτω από στρώματα χώματος και αφηγήσεων, η ιστορία συνεχίζει να περιμένει (ίσως όχι απαραίτητα για) να αποκαλυφθεί, αλλά για να την αναζητήσει κάποιος που θα πιστέψει, με πείσμα, με φαντασία ή με ανάγκη, ότι αξίζει τον κόπο. Ένας από τους Ricardians λέει από νωρίς στην Philippa: «Αν προλάβεις να πεις πρώτος το ψέμα και το επαναλάβεις αρκετές φορές, γίνεται ιστορία». Τι είναι αλήθεια και τι όχι; Εδώ σε θέλω κάβουρα…

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις