Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επιλεγμένα

ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗ

    Αγγίζοντας το παρελθόν με την αφή Η αρχαιολογία φέρει μια σιωπηλή αξιοπρέπεια. Είναι μια επιστήμη της υπομονής, της επιμονής και της βαθιάς προσήλωσης στη λεπτομέρεια. Οι αρχαιολόγοι σπάνια αναζητούν θησαυρούς ή βασιλιάδες· αναζητούν, κυρίως, τα ίχνη της ανθρώπινης ζωής. Οικισμούς, κατοικίες και ιερά, τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι οργάνωσαν τον χώρο, τίμησαν τους νεκρούς τους, κράτησαν ζωντανή τη μνήμη και έδωσαν μορφή στο πένθος. Η διαδικασία της έρευνας είναι αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη. Ξεκινά από ό,τι μοιάζει ασήμαντο: ένα στρώμα γης, μια αλλαγή στο χρώμα του εδάφους, ένα θραύσμα κεραμικού. Κι όμως, μέσα από αυτά τα μικρά και διάσπαρτα ίχνη γεννιέται η γνώση. Δεν πρόκειται για ξαφνική αποκάλυψη, αλλά για σύνθεση· την υπομονετική ένωση των σιωπηλών τεκμηρίων του παρελθόντος. Σε αυτό το σημείο, ο αρχαιολόγος μοιάζει με ντετέκτιβ. Τίποτα δεν θεωρείται αυτονόητο και τίποτα δεν απορρίπτεται. Η προσοχή στρέφεται στα αχνά σημάδια, στις λεπτομέρειες που αρχικά φαί...

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΡΩΜΙΟΠΟΥΛΟΥ

 


Δινήεσσα
 
Η Κατερίνα Ρωμιοπούλου ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που καταλάμβαναν τον χώρο πριν ακόμη μιλήσουν. Μια γυναίκα με σπάνια αντοχή, με ένστικτο εξουσίας και με μια σχεδόν πολεμική διάθεση απέναντι στον κόσμο. Δεν φοβόταν εύκολα κανέναν, συχνά έμοιαζε να συμβαίνει το αντίθετο. Οι πολιτικοί της προϊστάμενοι την υπολόγιζαν πολύ περισσότερο απ’ όσο εκείνη τους υπολόγιζε.
Διέθετε μια οξεία, κάποτε εμπαθή, ματιά για τους ανθρώπους. Αναγνώριζε την αξία τους, αλλά τους ήθελε και πειθαρχημένους γύρω της. Ήξερε τα μυστικά, τις αδυναμίες και τα παρασκήνια των πάντων. Για χρόνια απειλούσε πως θα τα αποκαλύψει όλα στη βιογραφία της. Όταν τελικά έγραψε το βιβλίο της, αποδείχθηκε πολύ πιο συγκρατημένη απ’ όσο προμήνυαν οι απειλές της. Ίσως γιατί κατά βάθος γνώριζε καλύτερα από όλους τη διαφορά ανάμεσα στη δύναμη της μνήμης και στην ευκολία της εκδίκησης (Κατερίνα Ρωμιοπούλου, Συμβίωση με τον Μινώταυρο – Αναμνήσεις από τη ζωή μιας αρχαιολόγου, Ποταμός 2018).
Μιλούσε με περηφάνια για τη σχέση της με τον Βασίλη Βασιλικό και για την παρουσία της στην τριλογία του. Θυμόταν με την ίδια χαρά την ξενάγηση του Σεφέρη στο Μουσείο της Καβάλας. Οι ιστορίες αυτές δεν ήταν απλώς αναμνήσεις, ήταν κομμάτια μιας ζωής που είχε βρεθεί κοντά στα πρόσωπα και στα γεγονότα που τη σημάδεψαν.
Για ένα διάστημα είχαμε μια όμορφη προσωπική σχέση. Ήταν ικανή να σε πάρει τηλέφωνο την πιο ακατάλληλη ώρα για να σου πει: «Είδα το εξώφυλλο του βιβλίου σου. Δεν το πρόσεξαν. Τί, ήταν δική σου ιδέα; ε, ακόμη χειρότερα, χάλια είναι», και να σου κλείσει αμέσως το τηλέφωνο. Είχε μια παράξενη απόλαυση να αιφνιδιάζει τους άλλους με τις κακίες της. Όμως εγώ συνήθως γελούσα. Δεν με πείραζαν. Ίσως μάλιστα αυτό να την εκνεύριζε περισσότερο. Από όσα άκουγα και από όσα έζησα, πιστεύω πως με κάποιον τρόπο με εκτιμούσε και με αγαπούσε.
Τα τελευταία χρόνια χαθήκαμε σχεδόν τελείως. Από τότε που έφυγα για την Κρήτη, οι επικοινωνίες μας αραίωσαν. Ένα τηλεφώνημα στη γιορτή της, άλλο ένα στις μεγάλες γιορτές. Παλιότερα δεν σήκωνε ποτέ το τηλέφωνο εκείνες τις μέρες. «Να περάσει το κακό», έλεγε, «και μετά θα επικοινωνήσω μαζί σας».
Πίσω από τη σκληρότητα, τις εκρήξεις και την ανεξέλεγκτη επιθετικότητα, διέκρινα πάντα έναν τεράστιο μηχανισμό άμυνας. Η Κατερίνα είχε θωρακιστεί απέναντι σε κάθε εύκολη συγκίνηση και σε κάθε γλυκανάλατη, δήθεν τρυφερότητα. Ήταν ένας τρόπος να επιβιώνει. Ίσως και ο μόνος τρόπος που γνώριζε.
Εγώ θα τη θυμάμαι αλλιώς. Θα τη θυμάμαι σε βράδια στην Κω και στην Κάλυμνο, να καθόμαστε δίπλα δίπλα και να καταβροχθίζουμε ο καθένας από ένα οικογενειακό παγωτό, σαν δυο ευτυχισμένα παιδιά. «Το παγωτό σκεπάζει τα πάντα», μου έλεγε. «Σαν το χιόνι!».
Θα τη θυμάμαι ακόμη όταν μου έδειξε κάποιες νεανικές της φωτογραφίες. Ήταν πολύ όμορφη, με μάτια πραγματικά πετράδια. «Ωραία ήσουν, Κατερίνα», της είπα. «Σαν τη Σιμόν Σινιορέ». Με κοίταξε επιθετικά και δεν σχολίασε τίποτα. Την επόμενη μέρα με πήρε τηλέφωνο. Είχε ήδη αγοράσει δύο εισιτήρια για το Μέγαρο Μουσικής.
Αυτός ήταν ο τρόπος της. Σπάνια επιβεβαίωνε, σχεδόν ποτέ δεν παραδεχόταν ότι χάρηκε. Όμως θυμόταν. Και ενεργούσε.
Τώρα που έφυγε, συνειδητοποιώ ότι άνθρωποι σαν την Κατερίνα σπανίζουν. Άνθρωποι δύσκολοι, απαιτητικοί, κάποτε αβάσταχτοι, αλλά απολύτως αληθινοί. Άνθρωποι που έκρυβαν την ευαισθησία τους πίσω από μια πανοπλία τόσο βαριά, ώστε συχνά ούτε οι ίδιοι δεν μπορούσαν να τη βγάλουν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις