Στα γενέθλια, όσο περνούν τα χρόνια, δεν μετρά κανείς μόνο όσα ήρθαν. Μετρά και όσα έφυγαν. Τους ανθρώπους που κάποτε κάθονταν γύρω από το ίδιο τραπέζι. Τις φωνές που έμοιαζαν αυτονόητες. Τα σπίτια που νόμιζες πως θα υπάρχουν πάντα. Τον ίδιο σου τον εαυτό, όπως ήταν τότε, όταν ακόμη δεν ήξερες πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα.
Γι’ αυτό επιστρέφω συχνά σ’ ένα ποίημα του Álvaro de Campos, το Aniversário (Γενέθλια).
No tempo em que festejavam o dia dos meus anos,
Eu era feliz e ninguém estava morto.
Τον καιρό που γιόρταζαν τα γενέθλιά μου,
ήμουν ευτυχισμένος και κανείς δεν είχε πεθάνει.
Πόση αλήθεια χωρά σε μια τόσο απλή φράση. Ο Campos δεν γράφει «όταν γιόρταζα τα γενέθλιά μου». Γράφει festejavam. Γιόρταζαν. Οι άλλοι. Οι άνθρωποι γύρω του. Εκείνοι έκαναν τα γενέθλια γιορτή.
Και ίσως αυτό να καταλαβαίνουμε αργότερα. Πως οι γιορτές της παιδικής ηλικίας δεν ήταν τόσο οι τούρτες, τα δώρα, τα κεριά. Ήταν οι άνθρωποι που ήταν εκεί.
Eu tinha a grande saúde de não perceber coisa nenhuma.
Είχα τη μεγάλη υγεία να μην καταλαβαίνω τίποτε.
Αγαπώ αυτή τη φράση. Τη «μεγάλη υγεία» της άγνοιας. Εκείνη την εποχή που δεν ξέρεις ακόμη ότι οι άνθρωποι φεύγουν, ότι τα σπίτια πωλούνται, ότι οι οικογένειες σκορπίζουν, ότι μια μέρα θα χρειαστεί να θυμάσαι κάτι που τότε απλώς ζούσες.
Και κάποτε έρχεται αυτή η γνώση.
Quando vim a ter esperanças, já não sabia ter esperanças.
Quando vim a olhar para a vida, perdera o sentido da vida.
Όταν έφτασα να έχω ελπίδες, δεν ήξερα πια πώς να ελπίζω.
Όταν έφτασα να κοιτάξω τη ζωή, είχα χάσει το νόημα της ζωής.
Και ύστερα έρχεται εκείνη η καταμέτρηση του παλιού εαυτού:
O que fui de coração e parentesco,
O que fui de serões de meia-província,
O que fui de amarem-me e eu ser menino.
Τι ήμουν από καρδιά και συγγένεια.
Τι ήμουν στα βράδια εκείνης της ζωής.
Τι ήμουν όταν με αγαπούσαν κι εγώ ήμουν παιδί.
Αυτό το τελευταίο με σταματά πάντα.
Quando me amavam e eu era menino.
Όταν με αγαπούσαν κι εγώ ήμουν παιδί.
Γιατί πολλές φορές δεν μας λείπει μόνο η παιδική ηλικία. Μας λείπει ο τρόπος με τον οποίο υπήρχαμε μέσα στην αγάπη των άλλων. Μας λείπει εκείνος ο εαυτός που υπήρχε επειδή κάποιοι μας κοιτούσαν με τρυφερότητα, μας περίμεναν, μας φρόντιζαν, μας θεωρούσαν ακόμη παιδιά.
Κάποτε όμως το σπίτι αδειάζει.
O que eu sou hoje é como a humidade no corredor do fim da casa,
Pondo grelado nas paredes...
Αυτό που είμαι σήμερα είναι σαν την υγρασία στον διάδρομο, στο βάθος του σπιτιού, που φέρνει μούχλα στους τοίχους.
Και ύστερα:
O que eu sou hoje é terem vendido a casa.
É terem morrido todos,
Αυτό που είμαι σήμερα είναι το ότι πούλησαν το σπίτι. Είναι το ότι πέθαναν όλοι.
Σκληρό. Και τόσο ακριβές. Δεν λέει «μου συνέβησαν αυτά». Λέει «αυτό που είμαι σήμερα είναι αυτά». Το σπίτι που δεν υπάρχει πια. Οι άνθρωποι που έφυγαν. Οι φωνές που σώπασαν. Όλα όσα χάθηκαν έχουν μπει μέσα στον άνθρωπο που απέμεινε.
Και τότε ο Campos γράφει έναν από τους στίχους που δυσκολεύομαι περισσότερο να ξεχάσω:
É estar eu sobrevivente a mim-mesmo como um fósforo frio...
Να έχω απομείνει, επιζώντας από τον ίδιο μου τον εαυτό, σαν ένα κρύο σπίρτο.
Να έχεις επιζήσει από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ίσως κάποια στιγμή όλοι το νιώθουμε. Κοιτάζουμε μια παλιά φωτογραφία και αναγνωρίζουμε το πρόσωπο, αλλά όχι ακριβώς τον άνθρωπο. Ήταν κάποιος που αγαπούσε αλλιώς, φοβόταν αλλιώς, περίμενε αλλιώς από τη ζωή. Κι όμως ήμασταν εμείς. Και τότε η νοσταλγία παύει να είναι γλυκιά. Γίνεται πείνα.
Desejo físico da alma de se encontrar ali outra vez,
Por uma viagem metafísica e carnal,
Σωματικός πόθος της ψυχής να ξαναβρεθεί εκεί, μέσα από ένα ταξίδι μεταφυσικό και σαρκικό.
Και λίγο μετά:
Comer o passado como pão de fome, sem tempo de manteiga nos dentes!
Να φάω το παρελθόν σαν ψωμί της πείνας, χωρίς ούτε χρόνο για βούτυρο στα δόντια.
Τι φοβερή εικόνα. Να μη θέλεις απλώς να θυμηθείς. Να θέλεις να φας το παρελθόν. Να το ξαναβάλεις μέσα σου. Να το σώσεις. Και τότε επιστρέφουν όλα. Το τραπέζι. Τα πιάτα. Τα ποτήρια. Ο μπουφές. Τα γλυκά. Τα φρούτα. Οι θείες. Τα ξαδέλφια.
E tudo era por minha causa,
No tempo em que festejavam o dia dos meus anos...
Και όλα ήταν για χάρη μου. Ίσως αυτό να είναι η παιδική ηλικία. Για μια μέρα ολόκληρος ο κόσμος να μοιάζει ότι υπάρχει για σένα. Αργότερα καταλαβαίνεις πως το θαύμα δεν ήταν ότι όλα γίνονταν για σένα. Το θαύμα ήταν ότι όλοι ήταν ακόμη εκεί.
Και στο τέλος το ποίημα κόβεται απότομα.
Pára, meu coração!
Não penses! Deixa o pensar na cabeça!
Σταμάτα, καρδιά μου.
Μη σκέφτεσαι.
Άσε τη σκέψη στο κεφάλι.
Και μετά:
Hoje já não faço anos.
Duro.
Somam-se-me dias.
Σήμερα πια δεν έχω γενέθλια.
Αντέχω.
Οι μέρες προστίθενται πάνω μου.
Το Duro είναι μια μικρή λέξη που βαραίνει πολύ. Αντέχω. Κρατώ. Διαρκώ. Και οι μέρες πια δεν γιορτάζονται. Προστίθενται.
Κι όμως λίγο πριν τελειώσει το ποίημα, ο Campos ξαναγίνεται για μια στιγμή παιδί:
Raiva de não ter trazido o passado roubado na algibeira!...
Λύσσα που δεν έφερα μαζί μου το κλεμμένο παρελθόν στην τσέπη.
Πόσο θα ήθελε κανείς να το είχε κάνει. Να είχε κλέψει κάτι από τότε και να το είχε φυλάξει. Ένα τραπέζι. Μια Κυριακή. Ένα απόγευμα. Μια μυρωδιά. Μια φωνή. Ένα χέρι που άγγιζε το δικό σου. Ένα σπίτι ολόκληρο. Να τα είχε βάλει όλα στην τσέπη και να τα κουβαλούσε μαζί του. Ίσως όμως κάτι τέτοιο κάνουμε τελικά με τη μνήμη. Δεν επιστρέφουμε. Δεν μπορούμε. Κρατάμε όμως μέσα μας κάτι από εκείνους που έφυγαν. Κάτι από τα σπίτια που έκλεισαν. Κάτι από τα παιδιά που κάποτε ήμασταν. Και κάθε γενέθλια, μαζί με τις μέρες που προστίθενται, κουβαλούν και όλες εκείνες που υπήρξαν. Σήμερα, λοιπόν, σκέφτομαι λιγότερο τον αριθμό. Σκέφτομαι περισσότερο τους ανθρώπους. Εκείνους που είναι ακόμη εδώ. Εκείνους που έφυγαν. Εκείνους που κάποτε γιόρταζαν μαζί μας τη μέρα των γενεθλίων μας και, χωρίς να το ξέρουμε τότε, μας χάριζαν κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια γιορτή. Μας χάριζαν έναν κόσμο.
O tempo em que festejavam o dia dos meus anos!...