Επιλεγμένα

Οι τόποι ως μεταφραστές της ζωή μας

 

 

Οι τόποι ως μεταφραστές της ζωή μας

Για πολλά χρόνια πίστευα πως ταξίδευα για να γνωρίσω τον κόσμο. Άρχισα στα δεκαοχτώ μου, με εκείνη την ανυπομονησία που ανήκει σχεδόν φυσικά στη νεότητα, όταν κάθε σύνορο μοιάζει προσωρινό και κάθε άγνωστη πόλη υπόσχεται μια διεύρυνση της ζωής. Ήθελα να δω περισσότερα. Να συγκρίνω, να καταλάβω, να δοκιμάσω τις βεβαιότητές μου πάνω σε άλλους τόπους και άλλους ανθρώπους. Κάθε αναχώρηση είχε κάτι από απελευθέρωση, ακόμη κι όταν συνοδευόταν από τον μικρό φόβο που γεννά το άγνωστο. Έφευγα για να συναντήσω τους άλλους και χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβω πως, μέσα από αυτή τη μακρά περιπλάνηση, πλησίαζα συγχρόνως κάποιον που γνώριζα πολύ λιγότερο. Τον εαυτό μου.

Αυτή η κατανόηση ήρθε αργά. Χωρίς αποκάλυψη, χωρίς κάποιο γεγονός που να χωρίζει καθαρά τη ζωή σε πριν και μετά. Τη συνάντησα μέσα σε μια λέξη, πράγμα που ακόμη και σήμερα μου φαίνεται παράξενα ταιριαστό. Saudade. Μια πορτογαλική λέξη, δύσκολη στη μετάφραση, οικεία όμως από την πρώτη στιγμή. Ως τότε θεωρούσα περίπου αυτονόητο πως οι λέξεις ακολουθούν τα αισθήματα, πως έρχονται εκ των υστέρων και τους προσφέρουν ένα όνομα. Η saudade με έκανε να σκεφτώ κάτι διαφορετικό. Υπάρχουν αισθήματα που ζουν μέσα μας για χρόνια, ασαφή και διάσπαρτα, ώσπου μια λέξη τούς δίνει περίγραμμα και τα φέρνει επιτέλους στο φως της συνείδησης.

Εκείνη τη στιγμή αναγνώρισα κάτι που ήδη ήξερα χωρίς να ξέρω ότι το ήξερα. Η λέξη είχε έρθει από μια ξένη γλώσσα και ωστόσο έμοιαζε να γνωρίζει τη δική μου ζωή. Αυτό με συγκλόνισε περισσότερο απ’ όσο περίμενα. Το συναίσθημα παρέμεινε το ίδιο, όμως το παρελθόν άρχισε να αλλάζει μορφή, σαν να φωτίστηκαν ξαφνικά δωμάτια στα οποία είχα ζήσει για χρόνια με χαμηλωμένα φώτα. Πρόσωπα που είχα αγαπήσει, τόποι που είχα εγκαταλείψει, απώλειες, προσδοκίες, μικρές χαρές που κάποτε πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες άρχισαν να συνδέονται. Μέσα τους υπήρχε μια συνοχή που εγώ, ζώντας τα γεγονότα, αδυνατούσα ακόμη να διακρίνω. Ίσως χρειαζόμαστε απόσταση για να δούμε. Κι ίσως η απόσταση να μετριέται λιγότερο σε χρόνια και περισσότερο σε λέξεις.

Από τότε σκέφτομαι τη μνήμη κάπως διαφορετικά. Συχνά τη φανταζόμαστε σαν ένα αρχείο όπου επιστρέφουμε και ανασύρουμε όσα συνέβησαν. Η εμπειρία μου υποδεικνύει κάτι πιο παράξενο και, για μένα, πιο αληθινό. Η μνήμη μπορεί να γίνει η στιγμή κατά την οποία το παρελθόν εμφανίζεται για πρώτη φορά με το πλήρες νόημά του. Το γεγονός είχε συμβεί, η εμπειρία είχε καταγραφεί, κι όμως η σημασία της περίμενε. Κάποτε αρκεί ελάχιστο πράγμα για να αρχίσει αυτή η αναγνώριση. Ένα τραγούδι που ακούγεται από κάπου μακριά, το φως ενός απογεύματος πάνω σε έναν τοίχο, η χειρονομία ενός άγνωστου, μερικοί ηλικιωμένοι που παίζουν χαρτιά σε μια πλατεία. Ξαφνικά κάτι μετακινείται. Και τότε θυμόμαστε με έναν τρόπο βαθύτερο, επειδή βλέπουμε μέσα στην ανάμνηση κάτι που όσο ζούσαμε την ίδια τη στιγμή παρέμενε αθέατο.

Έτσι άρχισα να ξαναδιαβάζω και τα ταξίδια μου. Οι πόλεις άλλαξαν θέση μέσα μου, χωρίς να αλλάξει τίποτε στη γεωγραφία τους. Η Βασιλεία υπήρξε βέβαια η πόλη όπου έμαθα να ζω μόνος, όμως με τα χρόνια έγινε κάτι περισσότερο. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω πόσο σχετικές μπορούν να φανούν οι πιο ακλόνητες βεβαιότητές μας, μόλις τις μεταφέρουμε μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο όπου γεννήθηκαν. Η Λισαβόνα έπαψε σιγά σιγά να είναι για μένα μόνο η πόλη του φάντο και του Ατλαντικού. Έγινε ο τόπος όπου μια λέξη με αναγνώρισε πριν προλάβω εγώ να καταλάβω τι ακριβώς αναγνώριζε. Στη Νάπολη και στη Σικελία συνέβη κάτι ακόμη πιο προσωπικό. Η οικειότητα του τοπίου, οι φωνές, τα πρόσωπα, ένας τρόπος να κάθεται κανείς στο τραπέζι ή να μιλά με τα χέρια μού επέστρεψαν τον πατέρα και τη μητέρα μου σε μια ηλικία όπου εγώ δεν τους είχα γνωρίσει ποτέ, νέους ακόμη, πριν από τη δική μου παρουσία στη ζωή τους. Και η Μασσαλία, πολύ αργότερα, έφερε μπροστά μου εκείνον τον έφηβο που κάποτε ήμουν και που η ενήλικη ζωή είχε σπρώξει σε μια μακρινή γωνιά της συνείδησης.

Κάπου εκεί άρχισε να αλλάζει και η ιδέα μου για τους τόπους. Ένας τόπος προσφέρει ασφαλώς δρόμους, κτίρια, ιστορία, ανθρώπους, μια ιδιαίτερη σχέση με το φως, τον χρόνο και την καθημερινότητα. Μπορεί όμως να κάνει και κάτι πιο αθόρυβο. Μπορεί να εγκατασταθεί μέσα μας και να περιμένει. Χρόνια ολόκληρα, αν χρειαστεί. Περιμένει ώσπου η ηλικία, μια απώλεια, μια χαρά ή απλώς η συσσωρευμένη εμπειρία να μας επιτρέψουν να καταλάβουμε τι ακριβώς είχε κρατήσει για λογαριασμό μας. Οι Σούφι μιλούν για τόπους όπου η παρουσία αγίων ανθρώπων εξακολουθεί να ανοίγει την καρδιά εκείνου που φτάνει ως εκεί. Αφήνω ανοιχτό το μεταφυσικό βάθος αυτής της πίστης. Με αγγίζει όμως η εικόνα της. Γιατί υπάρχουν πράγματι τόποι που μοιάζουν να φυλάσσουν κάτι από εμάς, ακόμη και κάτι που την ώρα της πρώτης συνάντησης παραμένει έξω από τις δυνατότητες της κατανόησής μας.

Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε σε ορισμένες πόλεις. Η έλξη τους ξεπερνά συχνά την ομορφιά, την ιστορία ή την ευχαρίστηση της παραμονής. Αναζητούμε εκεί μια παλαιότερη εκδοχή του εαυτού μας ή, ακόμη πιο παράξενα, μια εκδοχή που μόλις τώρα μπορούμε να αναγνωρίσουμε. Ο τόπος γίνεται τότε ένα είδος καθρέφτη με χρονική καθυστέρηση. Μας είχε δει πριν είμαστε έτοιμοι να δούμε εμείς. Και όταν επιστρέφουμε, συναντούμε μαζί του εκείνον που ήμασταν, εκείνον που γίναμε και την ανεπαίσθητη απόσταση ανάμεσα στους δύο. Σε αυτή την απόσταση, νομίζω, κρύβεται ένα μεγάλο μέρος της συγκίνησης του ταξιδιού.

Με τον καιρό γεννήθηκε μέσα μου ακόμη μία σκέψη. Τα μεγάλα ταξίδια μάς προσφέρουν εμπειρίες, εικόνες, συναντήσεις, κάποτε και μικρές μεταμορφώσεις. Μερικές φορές, όμως, το πολυτιμότερο δώρο τους είναι μια λέξη. Μια αληθινή λέξη λειτουργεί σαν κλειδί επειδή δίνει πρόσβαση σε μια περιοχή της ύπαρξής μας που παρέμενε κλειστή ή απλώς αδιάβαστη. Η saudade υπήρξε για μένα μια τέτοια λέξη. Άλλος άνθρωπος θα βρει τη δική του αλλού, ίσως σε μια γλώσσα που αγνοεί, σε ένα ποίημα, σε μια συζήτηση ή σε μια φράση που θα ακούσει τυχαία σε έναν δρόμο. Σημασία έχει εκείνη η μικρή στιγμή αναγνώρισης, όταν αισθανόμαστε πως κάτι που έρχεται απ’ έξω κατοικούσε ήδη, με κάποιον τρόπο, μέσα μας.

Θα ήθελα να τονίσω αυτή την εσωτερική γεωγραφία. Με ενδιαφέρουν οι πόλεις ως εμπειρίες συνείδησης, οι λέξεις που μας βρίσκουν την κατάλληλη στιγμή και οι αναμνήσεις που χρειάζονται χρόνια για να αποκαλύψουν το νόημά τους. Με ενδιαφέρει κυρίως εκείνη η ανεπαίσθητη στιγμή κατά την οποία ο κόσμος γίνεται αναγνώσιμος και, μέσα από αυτόν, αρχίζει να γίνεται αναγνώσιμη και η δική μας ζωή. Τότε η νοσταλγία αποκτά μεγαλύτερη ακρίβεια. Παύει να αποτελεί απλώς επιθυμία επιστροφής και γίνεται αναγνώριση μιας συνέχειας που υπήρχε πάντοτε, ακόμη κι όταν εμείς αδυνατούσαμε να τη διακρίνουμε.

Οι τόποι, με αυτή την έννοια, λειτουργούν σαν μεταφραστές. Παίρνουν κάτι που υπήρχε μέσα μας σε μια γλώσσα ασαφή, σχεδόν άφωνη, και το μεταφέρουν στη γλώσσα της συνείδησης. Μερικές φορές χρειάζεται να διασχίσουμε μια ήπειρο γι’ αυτή τη μετάφραση. Άλλοτε αρκεί μια πλατεία, ένας σταθμός, το παράθυρο ενός ξενοδοχείου, μια κουβέντα με έναν άγνωστο. Το μέγεθος της απόστασης έχει μικρή σημασία. Εκείνο που μετρά είναι η στιγμή κατά την οποία ένας τόπος μάς επιστρέφει κάτι δικό μας με τέτοια καθαρότητα, ώστε το βλέπουμε σαν να το συναντούμε πρώτη φορά.

Κάπως έτσι θα ήθελα να διαβάσω συνολικά όλες τις πόλεις της ζωή μου. Καθεμιά τους ως ένα γράμμα ενός προσωπικού αλφαβήτου που σχηματίστηκε αργά, σε διαφορετικές ηλικίες και κάτω από διαφορετικά φώτα. Το αλφάβητο αυτό παραμένει ανολοκλήρωτο, όπως παραμένει ανολοκλήρωτη κάθε ζωή όσο συνεχίζει να κινείται. Ίσως αυτό να αποτελεί και τη βαθύτερη χάρη του ταξιδιού. Φεύγουμε προς έναν τόπο που αγνοούμε και κάποτε επιστρέφουμε έχοντας μάθει να διαβάζουμε λίγο καλύτερα μια ζωή που ήταν ήδη δική μας. Και αυτή η ανάγνωση, όταν συμβεί, έχει κάτι από τρυφερότητα. Κοιτάζουμε προς τα πίσω με μεγαλύτερη ακρίβεια, όμως και με περισσότερη επιείκεια, σαν να καταλαβαίνουμε επιτέλους ότι ο άνθρωπος που υπήρξαμε γνώριζε λιγότερα απ’ όσα γνωρίζουμε σήμερα και παρ’ όλα αυτά μας έφερε, με τους δικούς του δρόμους, ως εδώ.

Οι πόλεις ως προσωπικό αλφάβητο της ψυχής

1
Ταξιδεύω από τα δεκαοχτώ μου χρόνια. Για πολλές δεκαετίες θεωρούσα πως ταξίδευα κυρίως για να γνωρίσω τον κόσμο, να δω άλλους τόπους, να συναντήσω ανθρώπους και τρόπους ζωής διαφορετικούς από εκείνους που γνώριζα. Φέτος άρχισα να το σκέφτομαι κάπως διαφορετικά. Μέσα από αυτούς τους τόπους γνώρισα σταδιακά πλευρές του εαυτού μου που χρειάζονταν μια διαφορετική απόσταση, ένα άλλο φως, ίσως και έναν άλλο ουρανό για να γίνουν ορατές.

2
Μερικοί τόποι αποκτούν με τον καιρό μια παράξενη εσωτερική υπόσταση. Τους επισκεπτόμαστε κάποτε για πρώτη φορά και αισθανόμαστε μια οικειότητα που δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε. Σαν να υπήρχε ήδη μέσα μας κάτι που περίμενε αυτή τη συνάντηση. Οι χάρτες καταγράφουν τη θέση μιας πόλης. Η προσωπική γεωγραφία λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο.

3
Στη Βασιλεία, νέος ακόμη, κοίταζα κυρίως προς τα έξω. Παρατηρούσα τα παράθυρα, τις γέφυρες, τους δρόμους, τον τρόπο με τον οποίο περπατούσαν και μιλούσαν οι άνθρωποι. Όλα μου φαίνονταν ξένα και γι’ αυτό ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Σήμερα καταλαβαίνω ότι εκείνη η παρατήρηση με δίδαξε κάτι απλό και σημαντικό. Ο τρόπος ζωής που γνωρίζουμε από παιδιά αποτελεί μία μόνο εκδοχή ανάμεσα σε πολλές δυνατές εκδοχές του κόσμου.

4
Αυτή ίσως υπήρξε η πρώτη ουσιαστική δωρεά του ταξιδιού. Η αίσθηση της σχετικότητας. Αρκούν λίγες ώρες μετακίνησης για να δει κανείς συνήθειες, αξίες και βεβαιότητες να αποκτούν διαφορετικές αναλογίες. Η γεωγραφία γίνεται έτσι ένας ήσυχος τρόπος να ξανασκεφτούμε όσα μέχρι τότε θεωρούσαμε αυτονόητα.

5
Στην Πορτογαλία συνάντησα μια λέξη για ένα συναίσθημα που γνώριζα ήδη χωρίς να μπορώ να το ονομάσω με ακρίβεια. Saudade. Η λέξη έδωσε σχήμα σε κάτι παλιό και οικείο. Από τότε με απασχολεί η παράξενη δύναμη των λέξεων. Κάποτε αρκεί μία από αυτές για να αντιληφθούμε καθαρότερα μια εμπειρία που βρισκόταν χρόνια μέσα μας.

6
Συχνά αναρωτιέμαι τι ακριβώς αγαπούμε όταν δεχόμαστε τόσο βαθιά έναν ξένο τόπο. Τους δρόμους του, το φως, τους ανθρώπους, τον ρυθμό της καθημερινής ζωής του. Ίσως αγαπούμε μαζί και τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε εμείς όταν βρισκόμαστε εκεί. Κάθε τόπος επιτρέπει σε διαφορετικές πλευρές μας να βγουν στην επιφάνεια.

7
Για δεκατρία χρόνια επέστρεφα στη Λισαβόνα με μια οικειότητα που συνήθως συνδέουμε με ανθρώπους και σπίτια. Η επιστροφή αυτή έγινε σιγά σιγά μέρος της ζωής μου. Δεν αναζητούσα κάθε φορά κάτι καινούργιο. Μου αρκούσε συχνά η παρουσία στην πόλη, η γνώριμη διαδρομή, ένας δρόμος, το φως στον Τάγο, η αίσθηση ότι επέστρεφα σε έναν τόπο που είχε ήδη αποκτήσει θέση μέσα μου.

8
Διάβασα κάποτε στους Σούφι για τόπους όπου η καρδιά ανοίγει ευκολότερα επειδή εκεί αναπαύονται οι φίλοι του Θεού. Κράτησα αυτή την εικόνα, κυρίως για την ανθρώπινη αλήθεια που αισθάνομαι ότι περιέχει. Υπάρχουν τόποι που συνδέονται τόσο βαθιά με ορισμένες μορφές, ώστε η παρουσία τους μοιάζει ακόμη αισθητή. Κάτι τέτοιο ένιωσα στη Λισαβόνα, κοντά στους τάφους της Αμάλια Ροντρίγκες και του Φερνάντο Πεσσόα.

9
Ανάμεσα στις πορτογαλικές λέξεις αγάπησα και τη λέξη caseiro. Κουβαλά την αίσθηση του σπιτιού, της οικειότητας, μιας ζωής που βρίσκει προσωρινά τον χώρο της. Υπάρχουν στιγμές σε έναν ξένο τόπο όπου αυτή η αίσθηση εμφανίζεται ξαφνικά. Ο δρόμος παραμένει ξένος, η γλώσσα γύρω σου παραμένει διαφορετική, κι όμως αισθάνεσαι πως μπορείς να σταθείς εκεί με φυσικότητα.

10
Η Νάπολη έφερε στη σκέψη μου τον πατέρα μου νέο. Στο Παλέρμο ένιωσα πιο κοντά στην εποχή όπου οι γονείς μου είχαν ακόμη μπροστά τους τη ζωή που αργότερα θα γνώριζα κι εγώ ως παιδί τους. Οι ομοιότητες βρίσκονταν σε μικρά πράγματα, στα πρόσωπα, στις κινήσεις, στον τρόπο που οι άνθρωποι κάθονταν στο τραπέζι ή μιλούσαν μεταξύ τους. Μέσα από ξένους ανθρώπους επέστρεφαν κάποιες γνώριμες μορφές.

11
Η παιδική ηλικία έχει τη δική της γεωγραφία. Μετακινείται μαζί μας και κάποτε εμφανίζεται σε μέρη όπου κανείς δεν θα περίμενε να τη συναντήσει. Ένας ήχος, μια μυρωδιά, μια χειρονομία αρκούν για να φέρουν κοντά μια εποχή που έμοιαζε μακρινή.

12
Στη Μασσαλία είδα ανθρώπους να παίζουν πετάνκ και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκα στη Νέα Αγχίαλο. Θυμήθηκα έναν συμμαθητή που είχε φέρει το παιχνίδι από τη Γκρενόμπλ και έναν φίλο που έψαχνε Γάλλους τουρίστες για να δοκιμάσουμε μαζί τους τα γαλλικά μας. Η σκηνή της Μασσαλίας είχε ανοίξει έναν πολύ παλιότερο χρόνο. Έτσι δουλεύει συχνά η μνήμη. Μια μικρή εικόνα ενώνει τόπους που απέχουν χιλιάδες χιλιόμετρα και εποχές που θεωρούσαμε χωρισμένες.

13
Με τα χρόνια άρχισα να αισθάνομαι ότι οι τόποι μάς προσφέρουν κάτι περισσότερο από τις εμπειρίες της παραμονής μας σε αυτούς. Κάποτε φυλάσσουν πλευρές της ζωής μας και μας τις επιστρέφουν αργότερα, όταν μπορούμε να τις κοιτάξουμε με μεγαλύτερη προσοχή. Γι’ αυτό ένα ταξίδι μπορεί να συνεχίζεται μέσα μας πολύ μετά την επιστροφή.

14
Ίσως εκεί βρίσκεται για μένα η βαθύτερη αξία του ταξιδιού. Μας δίνει την ευκαιρία να δούμε τον κόσμο από περισσότερα σημεία και, μέσα από αυτή τη μετακίνηση, να καταλάβουμε λίγο καλύτερα τη δική μας διαδρομή. Οι πόλεις γίνονται τότε γράμματα ενός προσωπικού αλφαβήτου. Με τον χρόνο μαθαίνουμε να τα διαβάζουμε και, μέσα από αυτά, να διαβάζουμε με μεγαλύτερη καθαρότητα τη ζωή μας.


Δημοφιλείς αναρτήσεις